ΔΑΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ

Δασικός Κώδικας

Ν.Δ. 86/1969

ΒΙΒΛΙΟΝ ΕΚΤΟΝ

ΘΗΡΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄

Θηράματα. Μέσα ασκήσεως Θήρας. Κυνηγετικαί περιοχαί

Άρθρο 251 - Θηράματα.

1. Η θήρα επιτρέπεται να ασκήται ως άθλημα, καθ' όλην την Επικράτειαν, κατά τας διατάξεις του παρόντος Κώδικος.

2. Ως θηρεύσιμα θηράματα νοούνται πάντα τα άγρια θηλαστικά και πτηνά πλην:

Εκ των θηλαστικών: Των ακανθοχοίρου, νυκτερίδος, μυγαλής, ασπάλακος.

Εκ των πτηνών:α) Των μικροτέρων κατά μέγεθος της σιταρήθρας, μη συ-μπεριλαμβανομένης (τουτέστι των μικροτέρων εις μήκος των 17 εκ.), β) των κύκνου,πελαργού, φοινικοπτέρου ροδοχρόου, γερανού, κούκου, όλων των ειδών γυπός (ορνέου),παντός είδους δρυοκολάπτου, έποπος (τσαλαπετεινού), όλων των ειδών κίρκου (κιρκινεζιού) και τριόρχου, ακριδοθήρα (αγιοπουλιού), σίττης (τσοπανάκου σφυρικτή), αιγοθήλου (γιδοβίζι - πλάνου), του μικρού μελανοκεφάλου γλάρου, παντός είδους χελιδόνος, του κορακίου (χαλκοκουρούνας), παντός είδους νυκτοβίων και της τρυγόνος της στρεπτοπηλίας δεκαοκτώ (δεκοχτούρας).

Αρθρο 252. - Μέσα ασκήσεως θήρας.

1. Η θήρα ασκείται μόνον δια συνήθους κυνηγετικού επωμιζομένου πυροβόλου όπλου, ως και διά τόξου και κυνηγετικού μαχαιριού, μετά ή άνευ κυνός. (Το εδ. β' της παρ. 1 καταργήθηκε με το άρθρο 38 παρ. 1 περ. β΄ του ν. 2168/1993.)

2. (Η παρ. 2 καταργήθηκε με το άρθρο 38 παρ. 1 περ. β΄ του ν. 2168/1993.)

3. Κατά πάσαν περίπτωσιν μεταφοράς κυνηγετικού όπλου δι’ οχημάτων παντός είδους, πλοίων κ.λπ. ή εντός κατωκημένων περιοχών, το κυνηγετικόν όπλον δέον να είναι κενόν φυσιγγίων και να φέρεται υποχρεωτικώς εντός θήκης, λελυμένον. Τα εντός των οικιών φυλαττόμενα κυνηγετικά όπλα, δέον όπως τηρούνται κενά φυσιγγίων. ('Οπως η παρ. 3 αντικατασrάθηκε από τo άρθρο 2 του ν. 177/1975.)

4. Δύναται ο Υπουργός Γεωργίας, όταν απαγορεύεται η θήρα, να επιβάλη δι' αποφάσεώς του την σφράγισιν των κυνηγετικών όπλων. Εν συνδρομή τεχνικων ή άλλων ειδικών λόγων, ρητώς εν τη αποφάσει του αναφερομένων, δύναται να εξαιρή της υποχρεωσεως ταύτης ωρισμένας της Επικρατείας περιοχάς. (Όπως η παρ. 4 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του ν. 177/1975.)

5. Απαγορεύεται η τοποθέτησις και η χρήσις παγίδων, δηλητηρίων, δικτύων, βρόχων, ιξού, ειδικών καθρεπτών, αγκίστρων και παντός είδους ελκυστικών φυτών ή οργάνων ή άλλων αναλόγων μέσων, σκοπόν εχόντων την θανάτωσιν, σύλληψιν ή νάρκωσιν εν γένει αγρίων θηλαστικών και πτηνων, ως και η εμπορία, κατασκευή και η εκ του εξωτερικού εισαγωγή των οργάνων τουτων.

6. Απαγορεύεται η προς θήραν χρησιμοποίησις ελαστικής σφενδόνης, κραχτών, ομοιωμάτων και μιμητικών φωνών των θηραμάτων.

7. Χρήσις παγίδων πάσης φύσεως επιτρέπεται να γίνεται μετ' έγκρισιν του Υπουργού Γεωργίας μόνον δι' επιστημονικούς σκοπούς (δακτυλίωσις, μελέται, ταρίχευσις).

Άρθρο 253. - Εκτροφεία θηραμάτων - Καταφύγια άγριας ζωής - Ελεγχομεναι

κυνηγετικαί περιοχαί. Δι' αποφάσεων του Υπουργού Γεωργίας δημοσιευομένων διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, δύναται, διά την προστασίαν και διάσωσιν του φυσικού περιβάλλοντος της χώρας εν γένει, καθώς επίσης και προς τον σκοπόν της διατηρήσεως, αναπτύξεως και εκμεταλλεύσεως των πληθυσμών των θηραμάτων και των λοιπών ειδών της άγριας πανίδας ως και των ειδών της αυτοφυούς χλωρίδας, να ιδρύωνται: α) Εκτροφεία θηραμάτων, β) καταφύγια άγριας ζωής και γ) ελεγχόμεναι κυνηγετικαί περιοχαί, επί ωρισμένων, σαφώς προσδιοριζομένων διά της αποφάσεως αυτού, εδαφικών εκτάσεων, απαγορευομένης απολύτως της εντός αυτων θήρας ή επιτρεπομένης ταύτης υπό ωρισμένας προϋποθέσεις κατά τα εν άρθρω 254 του παρόντος ειδικώτερον οριζόμενα. (Όπως το άρθρο 253 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 3 του ν. 177/1975 και το άρθρο 57 παρ. 2 ν. 2637/1998.)

Άρθρο 254. - 'Ιδρυσις και λειτουργία εκτροφείων θηραμάτων - καταφυγίων άγριας ζωής - ελεγχομένων κυνηγετικών περιοχών.

1. Δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας δύναται να ιδρύωνται μέχρις εξήκοντα (60) εκτροφεία θηραμάτων, επί σκοπώ αναπαραγωγής και αυξήσεως των ενδημικών θηραμάτων ή εισαγωγής ξενικών τοιούτων προς εμπλουτισμόν άλλων περιοχών δι' αυτών. Διά της αυτής αποφάσεως καθορίζονται αι εν εκάστω εκτελεστέαι διά την εκπλήρωση του ως άνω σκοπού εργασίας. Διά την συντήρησιν και λειτουργίαν των εκτροφείων δύναται να προσλαμβάνονται, δι' επιλογής, κατά τας κείμενες διατάξεις, αναλόγως των αναγκών εις έως δύο φύλακες κατά εκτροφείον, επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αμειβόμενοι εις βάρος των πιστώσεων του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών (Κεφάλαιον Θήρας). Οι φύλακες εκτροφείων εξομοιούνται ως προς τα προσόντα, αποδοχάς, δικαιώματα και καθήκοντα προς τους φύλακας θήρας.

2. Με όμοια απόφαση επιτρέπεται η ίδρυση από φυσικά ή νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, εκτροφείων θηραμάτων επί μη δημοσίων εκτάσεων, περιλαμβανομένων και των δασικού χαρακτήρα τοιούτων, καθώς και επί δημόσιων δασικών και εποικιστικών εκτάσεων, τις οποίες το Δημόσιο μπορεί να παραχωρεί ή να εκμισθώνει στους ενδιαφερομένους, έναντι τιμήματος ή μισθώματος που καθορίζεται από την Επιτροπή της παρ. 3 του άρθρου 10 ν. 998/1979, προς το σκοπό της αναπαραγωγής των θηραμάτων είτε προς εμπορία (κρέατος, δέρματος, πτερών, κεράτων κ.λπ.) είτε προς εμπλουτισμό περιοχών διά θηρεύσιμων ειδών, τηρουμένων των περί δημοσίας υγείας διατάξεων. (Όπως η παρ. 2 του άρθρου 254 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 παρ. 10 του ν. 3208/2003.)

3. Διά κοινής αποφάσεως των Υπουργών Γεωργίας και Οικονομικών επιτρέπεται:

α) Η αγορά, άνευ δημοπρασίας υπό του Δημοσίου, εκτάσεων ως και ερημονήσων, ένθα διαβιούν αίγαγροι ή έτερα ευγενή θηράματα, προς δημιουργίαν εντός τούτων εκτροφείων ή προς ίδρυσιν σταθμών παρακολουθήσεως και δακτυλιώσεως αποδημητικών πτηνών.

β) Η αναγκαστική απαλλοτρίωσις κτημάτων οιασδήποτε φύσεως, κειμένων εντός των εκτάσεων, περί ων το άρθρον 253, προς πραγμάτωσιν του εν αυτώ σκοπού, του σκοπού τούτου καθοριζομένου διά του παρόντος, ως δημοσίας ωφελείας.

4. Απαγορεύεται η, επί σκοπώ θήρας, παραβίασις των ορίων εκτροφείων, ως και ο φόνος ή οιαδήποτε βλάβη εκτρεφομένων θηραμάτων.

5. Με αποφάσεις του οικείου Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ιδρύονται καταφύγια άγριας ζωής σε δασικές, δασοσκεπείς, χορτολιβαδικές, ελώδεις, υγροτοπικές, αγροτικές, παρόχθιες, παραλίμνιες και παράκτιες εκτάσεις, καθώς και σε ερημονησίδες, με την προϋπόθεση ότι οι εκτάσεις αυτές, είτε είναι απαραίτητες για τη διατροφή, διαχείμανση, αναπαραγωγή ή τη διάσωση των ειδών της άγριας πανίδας ή αυτοφυούς χλωρίδας είτε είναι απαραίτητες για την επιβίωση ενός ή περισσοτέρων ειδών της άγριας πανίδας ή αυτοφυούς χλωρίδας που είναι μοναδικά, σπάνια ή απειλούνται με εξαφάνιση ή είτε αποτελούν αντιπροσωπευτικό δείγμα τύπου βιοτόπου. (Όπως η παρ. 5 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 57 παρ. 3 του ν. 2637/1998.)

6. Εντός των καταφυγίων άγριας ζωής απαγορεύεται η θήρα κάθε θηράματος και κάθε είδους της άγριας πανίδας, η σύλληψη κάθε είδους της άγριας πανίδας για μη ερευνητικούς σκοπούς, η καταστροφή κάθε είδους ζώνης με φυσική βλάστηση, η καταστροφή των ζωντανών φυτοφρακτών, η αμμοληψία, η αποστράγγιση και αποξήρανση ελωδών εκτάσεων,  η ρύπανση των υδατικών πόρων και η ένταξη έκτασης καταφυγίου άγριας ζωής σε πολεοδομικό ή ρυμοτομικό σχεδιασμό. Η εκτέλεση έργων ή εργασιών και ιδίως αλιευτικά έργα, έργα αναδασμού, τουριστικές και βιομηχανικές εγκαταστάσεις, κατασκηνώσεις, λατομεία, μεταλλεία και δρόμοι εκτελούνται αφού προηγουμένως έχει υποβληθεί μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων τύπου Α΄ και έχει χορηγηθεί έγκριση περιβαλλοντικών όρων.

Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η σύλληψη ειδών της άγριας πανίδας και η μεταφορά τους προς εμπλουτισμό άλλων κατάλληλων περιοχών μόνον από τη Δασική Υπηρεσία. (Όπως η παρ. 6 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 57 παρ. 3 του ν. 2637/1998.)

7. Με απόφαση του οικείου Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να απαγορεύεται ή να τίθενται όροι ή περιορισμοί στην άσκηση της αλιείας, γεωργίας, βοσκής, υλοτομίας, χρήσης των φυτοπροστατευτικών προϊόντων και της συλλογής και κοπής αρωματικών, βαφικών, αρτυματικών, μελισσοκομικών και ανθοκομικών - διακοσμητικών φυτών για εμπορικούς σκοπούς. (Όπως η παρ. 7 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 57 παρ. 3 του ν. 2637/1998.)

8. Εντός των καταφυγίων άγριας ζωής η Δασική Υπηρεσία δύναται να προγραμματίζει και να εκτελεί ειδικά έργα βελτίωσης του βιοτόπου των καταφυγίων άγριας ζωής και έργα ικανοποίησης των οικολογικών αναγκών του βιολογικού κύκλου των ειδών της άγριας πανίδας και αυτοφυούς χλωρίδας και ιδίως αναδάσωση, διατήρηση ακαλλιέργητων εκτάσεων, διατήρηση εκτάσεων με παραδοσιακές καλλιέργειες, έργα αναβάθμισης και αποκατάστασης υγροτοπικών εκτάσεων, δημιουργία και ανάπτυξη ζωνών φυτικής βλάστησης, δημιουργία δενδροστοιχιών κατά μήκος των αγροτικών δρόμων και ελωδών εκτάσεων. Τα εν λόγω ειδικά έργα ενεργούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν. 998/1979 (ΦΕΚ Α΄ 289). (Όπως η παρ. 8 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 57 παρ. 3 του ν. 2637/1998.)

9. Με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Τεχνικου Συμβουλίου Δασών, μπορεί να χαρακτηρίζονται ως συνεχείς ελεγχόμενες κυνηγετικές περιοχές εκτάσεις ανεξαρτήτως ιδιοκτησίας, όχι μικρότερες των πέντε χιλιάδων (5.000) στρεμμάτων εντός του χώρου της ηπειρωτικής Ελλάδας και πεντακοσίων (500) τουλάχιστον στρεμμάτων στη νησιωτική Ελλάδα. Πριν από την έκδοση της απόφασης αυτής συντάσσεται πλήρης μελέτης των απαιτούμενων τεχνικών έργων και βελτίωσης του φυσικού περιβάλλοντος του βιότοπου. (Όπως η παρ. 9 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 29 του ν. 2040/1992.)

10. Εντός των ελεγχομένων κυνηγετικών περιοχών επιτρέπεται η θήρα κατά παρέκκλισιν των διατάξεων του παρόντος υπό όρους, προϋποθέσεις, πρόσθετα τέλη και διατυπώσεις, καθοριζομένας διά Προεδρικού Διατάγματος εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Γεωργίας. Διά του αυτού Προεδρικού Διατάγματος καθορίζεται ο τρόπος διοικήσεως, διαχειρίσεως, λειτουργίας, οργανώσεως, προστασίας, φυλάξεως, κυκλοφορίας, οι οικονομικοί πόροι της ελεγχομένης κυνηγετικής περιοχης, ο τροπος διαθέσεως των εσόδων αυτής, ο αριθμός του αναγκαιούντος προσωπικού, ως και πάσα εν γένει λεπτομέρεια αφορώσα την αρτίαν λειτουργίαν αυτής.

11. Tα πάσης φύσεως έσοδα τα προερχόμενα εκ της θηραματικής εκμεταλλεύσεως των ελεγχομένων κυνηγετικών περιοχών περιέρχονται εις το Κεντρικόν Ταμείον Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών (Κεφάλαιον Θήρας).

12. Οι ιδιοκτήται των εντός της ελεγχομένης κυνηγετικής περιοχής εκτάσεων δικαιούνται μερίσματος εκ των καθαρών εσόδων ταύτης, ο προσδιορισμός, η διαδικασία και ο τρόπος καταβολής του οποίου καθορίζεται δι' αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας.

13. Δύναται ο Υπουργός Γεωργίας, δι' αποφάσεώς του, εκδιδομένης μετά γνώμην του Τεχνικού Συμβουλίου Δασών να χαρακτηρίζη και μη δημοσίας εκτάσεις, ως κυνηγετικάς περιοχάς, επί τη αιτήσει των ιδιοκτητών αυτών και υπό τας προϋποθέσεις του παρόντος άρθρου. Εν αυταίς παρέχεται το δικαίωμα εκμεταλλεύσεως της θήρας εις τους ιδιοκτήτας των, εφ’ όσον ούτοι προβούν εις την ίδρυσιν ιδιωτικών εκτροφείων εμπλουτισμού των εκτάσεων τούτων και συντάξουν, δι’ ιδιωτών δασολόγων, δαπάναις των, ειδικάς μελέτας ή πίνακας διαχειρίσεως του θηραματικού πλούτου, εγκρινομένας υπό του Υπουργείου Γεωργίας. Οι ιδιοκτήται των εκτάσεων τούτων δικαιούνται εις είσπραξιν δικαιωματος παρά των νομίμως εφωδιασμένων δι’ αδείας θήρας κυνηγών. To δικαίωμα τούτο καθορίζεται διά της αυτής αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας.

14. Εις τας, εντός των ελεγχομένων κυνηγετικών περιοχών, ιδιοκτήτους εκτάσεις, τη συναινέσει των ιδιοκτητών, δύνανται να ενεργούνται φυτεύσεις και έτεραι συναφείς εργασίαι αποβλέπουσαι εις την βελτίωσιν του βιοτόπου και του περιβάλλοντος εν γένει, δαπάναις της ελεγχομένης κυνηγετικής περιοχής, ρυθμιζόμεναι διά Προεδρικού Διατάγματος.

15. To αναγκαίον διά την διοίκησιν, λειτουργίαν, διαχείρισιν και φύλαξιν της ελεγχομένης κυνηγετικής περιοχής, προσωπικόν, δύναται να τοποθετήται εκ του μονίμου υπηρετούντος (δασολόγων, δασικών, διοικητικών) υπό του Υπουργού Γεωργίας ή διά προσλήψεως μέχρι τριών (3) δασολογικών, τεσσάρων (4) δασοκόμων, πέντε (5) υπαλλήλων λογιστων και διοι- κητικών και ενός (1) φύλακος θήρας ανά 10.000 στρέμματα κυνηγετικής περιοχής, επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Αι αποδοχαί εν γένει του εκτάκτου προσωπικού βαρύνουν τας πιστώσεις του προϋπολογισμού του Κ.Τ.Γ.Κ, και Δασών.

16. Απαγορεύεται η άσκησις θήρας εντός των ελεγχομένων κυνηγετικών περιοχών, κατά παράβασιν των διατάξεων του παρόντος και των βάσει αυτού εκδοθησομένων Προεδρικών Διαταγμάτων. (Οπως το άρθρο 254 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 του ν. 177/1975.)

Άρθρο 255. - Κυνηγετικοί κύνες.

1. (Η παρ. 1 καταργήθηκε με το άρθρο 15 περ. δ΄ του ν. 3170/2003.)

2. (Η παρ. 2 καταργήθηκε με το άρθρο 15 περ. δ' του ν. 3170/2003.)

3. (Η παρ. 3 καταργήθηκε με το άρθρο 15 περ. δ΄ του ν. 3170/2003.)

4. (Η παρ. 4 καταργήθηκε με το άρθρο 15 περ. δ΄ του ν. 3170/2003.)

5. (Η παρ. 5 καταργήθηκε με το άρθρο 15 περ. δ΄ του ν. 3170/2003.)

6. (Η παρ. 6 καταργήθηκε με το άρθρο 15 περ. δ΄ του ν. 3170/2003.)

7. (Η παρ. 7 καταργήθηκε με το άρθρο 15 περ. δ΄ του ν. 3170/2003.)

8. (Η παρ. 8 καταργήθηκε με το άρθρο 15 περ. δ΄ του ν. 3170/2003.)

9. (Η παρ. 9 καταργήθηκε με το άρθρο 15 περ. δ΄ του ν. 3170/2003.)

10. Επιτρέπεται καθ’ όλο το έτος η εκγύμναση κυνηγετικών σκύλων, που συνοδευονται από κυνηγούς ή κυναγωγούς, χωρίς να φέρουν κυνηγετικό όπλο, σε περιορισμένες εκτάσεις, που καθορίζονται από την οικεία Δασική Αρχή. Επίσης επιτρέπεται η διεξαγωγή αγώνων κυνηγετικών ικανοτήτων σκύλων δεικτών με όρους και προύποθέσεις που καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. (Όπως η παρ. 10 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 57 παρ. 4 περ. α΄ του ν. 2637/1998.)

11. (Η παρ. 11 καταργήθηκε με το άρθρο 57 παρ. 4 περ. β΄ του ν. 2637/1998.)

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄

Απαγόρευσις Θήρας - Προστασία Θηραμάτων

Άρθρο 256. - Απηγορευμένοι εις την θήραν χώροι.

1. Απαγορευεται η θήρα των εντός πόλεων, κωμοπόλεων, χωρίων ή συνοικισμών εν γένει και εις ακτίνα 250 μέτρων από της παρυφής αυτών ή εις ακτίνα 100 μέτρων από μεμονωμένων οικιών. Κατά παρέκκλισιν δύναται ο Υπουργος Γεωργίας, μετά πρότασιν της Δασικής Αρχής και συμφώνου γνώμης της οικείας Αστυνομικής Αρχής, να επιτρέπη την θήραν των επιβλαβών θηραμάτων και εις τους ανωτέρω χώρους.

2. Απαγορεύεται η θήρα άνευ της συγκαταθέσεως του ιδιοκτήτου, νομέως ή μισθωτού:

α) Εντός των αμπελώνων από της ενάρξεως της περιόδου της Θήρας έως λήξεως του τρυγητού.

β) Εντός των αθερίστων λειμώνων.

γ) Εντός καλλιεργουμένων εκτάσεων ή οπωρώνων από της ανθοφορίας μέχρι και της συγκομιδής των καρπών.

δ) Εντός περιφραγμένων διά συνεχούς αδιαπεράστου και ανυπερβλήτου από άνθρωπον φράχτου παντός είδους, ύψους τουλάχιστον ενός και ημίσεος του μέτρου (1,50) ιδιοκτήτων εκτάσεων. (Όπως οι περ. γ και δ΄ της παρ. 2 αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 177/1975.)

ε) (Καταργήθηκε με το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 177/1975.)

3. Απαγορεύεται η θήρα εντός του πυρήνος εθνικών δρυμών.

4. Απαγορεύεται η θήρα διά σκοπεύσεως επί πτηνών ισταμένων επί τηλεγραφικών στύλων, τηλεγραφικών καλωδίων του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιων Ελλάδος και λοιπών έργων, εφ’ ων δύναται να προκληθή βλάβη εις τας εγκαταστάσεις.

5. Απαγορεύεται η τοποθέτησις απαγορευτικών της θήρας πινακίδων, άνευ προηγουμένης εγγράφου εγκρίσεως της οικείας Δασικής Αρχής. (Όπως η παρ. 5 προστέθηκε με το άρθρο 6 παρ. 3 του ν. 177/1975.)

Άρθρο 257 - Προστασία υδροβίων - Σκοπευτήρια - Αμοιβαί διώξεως επιβλαβών θηραμάτων.

1. Εις τα βασιλικά δασοκτήματα και πανεπιστημιακά δάση επιτρέπεται η άσκησις της θήρας κατά τας διατάξεις του παρόντος, κατόπιν ειδικής αδείας της διευθύνσεως των βασιλικών κτημάτων ή των πανεπιστημιακών αρχών.

2. Εις περιοχάς περιλαμβανούσας λίμνας, βάλτους, ελώδεις εκτάσεις ή δέλτα ποταμών και ποταμοκόλπους, ως και παροχθίους γενικώς εκτάσεις, εις ας σταθμεύουν και διαβιούν τα υδρόβια πτερωτά θηράματα (ένυδρα και παρυδάτια), δύναται ο Υπουργός Γεωργίας δι’ αποφάσεώς του να λάβη παν μέτρον πρόσφορον αποβλέπον εις την διατήρησιν, διαφύλαξιν και αύξησιν του θηράματικού κεφαλαίου, σχετικόν προς την ενάσκησιν της θήρας.

3. Απαγορεύεται πάσα μόλυνσις δι’ οιουδήποτε τρόπου υδάτων λιμνών, ποταμών, λιμνοθαλασσών, είτε διά δηλητηρίου, είτε εξ υπολειμμάτων διαφόρων εργοστασίων και βιομηχανιών. Οι ιδιοκτήται τούτων υποχρεούνται όπως, διά της ιδρυτικής των μελέτης ή διά συμπληρωματικής τοιαύτης διά τα ήδη υφιστάμενα, προβλέπουν την κατασκευήν των απαραιτήτων τεχνικών έργων προς ασφαλή και αζήμιον, διά τα ρέοντα ύδατα, την πανίδα και χλωρίδα, παροχέτευσιν των βιομηχανικών ακαθάρτων υδάτων.

4. Επιτρέπεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας, τη προτάσει της κυνηγετικής συνομοσπονδίας και συμφώνω γνωμη του Δασάρχου, η ίδρυσις κυνηγετικών σκοπευτηρίων παρά των κυνηγετικών οργανώσεων σκοπόν εχόντων την εξάσκησιν των κυνηγών και την ενέργειαν αθλητικών σκοπευτικών αγώνων, ως και ο καθορισμός περιοχής εκγυμνάσεως κυνηγετικών κυνών. Η θέσις και λειτουργία εν γένει τούτων καθορίζονται εν τη αποφάσει.

5. Αι αμοιβαί διά την καταπολέμησιν επιβλαβών θηραμάτων, ο τρόπος παραδόσεως και παραλαβής των τεκμηρίων, η πληρωμή της αμοιβής αμέσως, επί τη παραδόσει του τεκμηρίου, καταβαλλομένης, ως και πάσα άλλη λεπτομέρεια ρυθμίζονται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας.

Aρθρο 258. - Γενικαί απαγορεύσεις θήρας.

1. Απαγορεύεται:

α) Η χρησιμοποίησις προς άσκησιν θήρας μηχανοκινήτων πλωτών μέσων, διά την θήραν των υδροβίων πτηνών εντός των λιμνών, ελωδών εκτάσεων, ποταμών και λιμνοθαλασσών.

β) Η άσκησις της θήρας από μηχανοκινήτων μέσων και η μεταφορά διά τοιούτων κυνηγετικών όπλων, εάν ταύτα δεν είναι λελυμένα ή εντός θήκης, ως και διά πάσης φύσεως προβολέων και ελκυστικών φώτων.

γ) Οι οδηγοί των μηχανοκινήτων μέσων, δι' ων τρίτοι ήσκησαν παράνομον θήραν, ευθύνονται ως συναυτουργοί, ως και οι παραχωρήσαντες την χρήσιν τούτου, εφ’ όσον τελούν εν γνώσει. Οι παρά των ιδιοκτητών του τροχοφόρου άσκησις της θήρας, κατά τον διαληφθέντα τρόπον, θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωσις.

δ) Η θήρα ελάφου, δορκάδος, αιγάγρου (αγριοκάτσικου), αγριόγιδου, τετράωνος (αγριοπετεινού), ως και φασιανού.

Δι’ αποφάσεων του Υπουργού Γεωργίας, μη δυναμένων εν πάση περιπτώσει να εκδοθούν από της 1ης Αυγούστου 1971, δύναται να εγκριθή η θήρα των ανωτέρω, εφ' όσον ο αριθμός τούτων αυξηθή, οπότε εν τη αποφάσει θα καθορίζεται ο τόπος, ο τρόπος και ο χρόνος της θήρας, το είδος και αριθμός των θηραμάτων και η παρά του κυνηγού καταβολή προσθέτου τέλους αδείας.

2.Απαγορεύεται επίσης:

α) Η θήρα ωφελίμων πτηνών και θηλαστικών, καθοριζομένων δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας.

β) Η αγοραπωλησία και η μεταφορά προς πώλησιν παντός είδους θηράματος κατά την διάρκειαν της απαγορεύσεως της θήρας.

γ) Η αγοραπωλησία καθ’ όλον το έτος του λαγωού και της πέρδικος, πλην των, κατόπιν αδείας της Δασικής Αρχής, διατιθεμένων πλεονασμάτων των εκτροφείων, ως και θηραμάτων εκ των ελεγχομένων κυνηγετικών περιοχών. (Όπως η περ. γ΄ αντικαταστάθηκε από το άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 177/1975.)

δ) Η αγοραπωλησία παντός θηράματος, εφ’ όσον διαπιστωθή ότι η θανάτωσις τούτου ετελέσθη δι’ απηγορευμένων μέσων.

ε) Η μεταφορά, η έκθεσις εις κοινήν θέαν και ο καθ’ οιονδήποτε τρόπον βασανισμός συλληφθέντων θηραμάτων.

στ) Η θήρα παρά του κυνηγού πλέον του ενός λαγωού και τεσσάρων περδίκων δι’ εκάστην ημερησίαν έξοδον τούτου. 0 Υπουργός Γεωργίας δύναται δι’ αποφάσεως του να τροποποιήσει τον αριθμόν τούτον καθ’ άπασαν την Επικράτειαν ή κατά περιφερείας ταύτης, ως επίσης να περιορίζη τον αριθμόν προς θήραν και άλλων θηραμάτων.

ζ) Η θήρα της άρκτου και του λυγκός (ρήσου) άνευ εγκρίσεως του Υπουργού Γεωργίας.

3. Ωσαύτως απαγορεύεται:

α) Η καταστροφή των φωλεών παντός πτηνού και η αφαίρεσις εξ αυτών των ωών και των νεοσσών και η αγοραπωλησία τουτων, πλην των κατα τας διατάξεις του άρθρου 257χαρακτηριζομένων δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας ως επιβλαβών.

β) Η θήρα δι’ ενέδρας παρά τας πηγάς (καρτέρι) ή διά παρακολουθήσεως των ιχνών επί της χιόνος, ως και η χρησιμοποίησις βοηθού φέροντος όπλον, άνευ αδείας θήρας. (Όπως η περ. β΄ αντικαταστάθηκε από το άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 177/ 1975.)

γ) Η μεταφορά ζώντος θηράματος καθ' όλον το έτος και η διατήρησις εν αιχμαλωσία ωδικών πτηνών, ως και παντός θηράματος, πλην των εξωτικών (κολιμπρίων, καναρίων, ψιττακών), επιτρεπομένη μόνον δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας εις δημοσίας, δημοτικάς ή κοινοτικάς αρχάς ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ως και κυνηγετικάς οργανώσεις προς εμπλουτισμόν ζωολογικών κήπων και πάρκων των πόλεων. Επιτρέπεται η κατόπιν ειδικής αδείας του Υπουργού Γεωργίας σύλληψις και μεταφορά θηράματος δι' επιστημονικούς λόγους.

δ) Η άνευ αδείας της δασικής ή αστυνομικής αρχής μεταφορά κυνηγετικών όπλων εις υπαιθρίους τόπους κατά την περίοδον, καθ’ ην απαγορεύεται η θήρα, κατά δε τον χρόνον της κυνηγετικής περιόδου άνευ αδείας θήρας.

ε) Η μετά του κυνηγετικού όπλου διάβασις δι’ απηγορευμένων εις την θήραν εκτάσεων, εκτός εάν το όπλον είναι λελυμένον.

στ) Ο Υπουργός Γεωργίας δύναται ν’ απαγορεύη την θήραν παντός θηράματος εν περιπτώσει χιονοπτώσεως μεγάλης διαρκείας και εντάσεως εις όλην την χώραν ή

μεμονωμένας περιοχάς.

ζ) Η θήρα καθ' ομάδας, περιλαμβανούσας πλειόνας των εξ κυνηγών, εκτός της ομαδικής θήρας υδροβίων πτηνών, αγριοχοίρων και επιβλαβών ζώων, ήτοι λύκου, αλώπεκος, θωός και κορακοειδών, ήτις δέον να διενεργήται κατόπιν αδείας του Δασάρχου, τη επιβλέψει δασικού οργάνου ή του κυνηγετικού συλλόγου. Η δι’ οιουδήποτε μεταφορικού μέσου μεταφορά μεγαλυτέρου αριθμού κυνηγών, εφ’ όσον κατά την διάρκειαν ταύτης δεν ενεργήται θήρα, δεν θεωρείται ως παράβασις, ως επίσης και όταν πλείονες των εξ (6) κυνηγοί ευρίσκωνται εις τοιαύτην απόστασιν, ώστε να υφίσταται η απαιτουμένη ζώνη ασφαλείας διά τα θηράματα. Η ζώνη αυτή καθορίζεται δι' αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας.

η) (Η περ. η΄ καταργήθηκε με το άρθρο 57 παρ. 5 περ. α΄ του ν. 2637/1998.)

4. Κατόπιν αδείας του Υπουργού Γεωργίας επιτρέπονται ο φόνος και η ταρίχευσις μη θηρευσίμων θηραμάτων, προς εμπλουτισμόν συλλογών μουσείων και των εργαστηρίων ζωολογίας των Πανεπιστημίων, ως και διά διδακτικούς σκοπούς εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.

5. Αι δασικαί αρχαί δύνανται να εκδίδουν απαγορευτικάς διατάξεις θήρας, μόνον κατόπιν αποφάσεων του Υπουργού Γεωργίας, δημοσιευομένων διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως προς ρύθμισιν θεμάτων αφορώντων την προστασίαν, διοίκησιν και διαχείρισιν του θηραματικού πλούτου και της ασκήσεως της θήρας εν γένει. (Όπως η παρ. 5 προστέθηκε με το άρθρο 7 παρ. 3 του ν. 177/1975.)

6. α) Απαγορεύεται χωρίς άδεια η εξαγωγή, εισαγωγή, επανεξαγωγή, επανεισαγωγή, διαμετακόμιση, πώληση, αγορά, διαφήμιση, μίσθωση, εμπορική εκμετάλλευση, ο αντιπραγματισμός και γενικά η κατοχή, διάθεση, φύλαξη, έκθεση, μεταφορά, αποστολή και διακίνηση:

αα) των ειδών της αυτοφυούς χλωρίδας και άγριας πανίδας και των δειγμάτων αυτών ζώνrων ή νεκρών, επεξεργασμένων ή μη,

ββ) των ειδών της αυτοφυούς χλωρίδας και άγριας πανίδας και των δειγμάτων αυτών που γεννήθηκαν και εκτράφηκαν, εκτρέφονται σε αιχμαλωσία ή έχουν παραχθεί τεχνητά, επεξεργασμένων ή μη, καθώς και των ειδών ή δειγμάτων που αποτελούν μέρος προσωπικών ή οικιακών αντικειμένων, και

γγ) των ειδών της αυτοφυούς χλωρίδας και άγριας πανίδας και των δειγμάτων αυτών, επεξεργασμένων ή μη, που χρησιμοποιούνται για δάνεια ή ανταλλαγές για μη εμπορικούς σκοπούς μεταξύ αναγνωρισμένων επιστημόνων και επιστημονικών – ερευνητικών ιδρυμάτων.

β) Με αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα είδη της αυτοφυούς χλωρίδας και άγριας πανίδας της προηγούμενης περίπτωσης, οι όροι και οι προϋποθέσεις χορήγησης της άδειας και ο τύπος αυτής, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων της περ. α΄.

γ) Για τη χορήγηση της άδειας της περ. α΄ απαιτείται η καταβολή τελών, τα οποία αποτελούν έσοδα του Κρατικού Προϋπολογισμού. To χρηματικό ύψος των τελών αυτών καθορίζεται και αναπροσαρμόζεται κάθε φορά με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδατης Κυβερνήσεως.

δ) Οι εισαγωγείς και εξαγωγείς, ως και οι ενώσεις αυτών, καθώς και οι επιχειρήσεις διάθεσης στην αγορά και διακίνηοης των ειδών της περ. β΄ εγγράφονrαι σε ειδικό μητρώο για τη χορήγηση της ανωτέρω άδειας.

Με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι προϋποθέσεις εγγραφής στο εν λόγω μητρώο, καθώς και άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης.

ε) Με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιατάται στη Γενική Διεύθυνση Ανάπτυξης και Προστασίας Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος του Υπουργείου Γεωργίας, Επιστημονική Επιτροπή Εμπορίας Ειδών Αυτοφυούς Χλωρίδας και Άγριας Πανίδας. Μέλη της Επιστημονικής Επιτροπής ορίζονται ειδικοί επιστήμονες, εξειδικευμένοι σε θέματα διαχειρισης και προστασίας ειδών της άγριας φύσης. Η Επιστημονική Επιτροπή γνωμοδοτεί για θέματα σχετικά με την προστασία και εμπορία των ειδών της αυτοφυούς χλωρίδας και άγριας πανίδας που προβλέπονται από τη Σύμβαση και τους σχετικούς με αυτή Κανονισμούς της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης. Η Επιστημονική Επιτροπή εκπροσωπεί τη Χώρα στις αντίστοιχες Επιτροπές ή Αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Γραμματείας της Διεθνούς Σύμβασης. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται η οργάνωση και η λειτουργία της Επιστημονκής Επιτροπής, η θητεία των μελών, η γραμματειακή εξυπηρέτηση και κάθε άλλο θέμα σχετικό με τη συγκρότηση και λειτουργία της. Οι λειτουργικές δαπάνες της Επιστημονικής Επιτροπής και οι αμοιβές των μελών της καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Γεωργίας και βαρύνουν πιστώσεις του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών. (Όπως η περ. ε΄ της παρ. 6 του άρθρου 258 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 20 παρ. 3 του ν. 3208/2003.)

στ) Με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα κριτήρια και η διαδικασία αναγνώρισης και εποπτείας των νομικών προσώπων που υποδέχονται, φυλάσσουν και περιθάλπουν είδη της άγριας πανίδας ως «κέντρα περίθαλψης ειδών της άγριας πανίδας», καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης. Τα ανωτέρω νομικά πρόσωπα αναγνωρίζονται ως «κέντρα περίθαλψης ειδών της άγριας πανίδας», εφόσον η λειτουργία τους δεν αντίκειται στις ισχύουσες περί δημόσιας υγείας διατάξεις. (Όπως η παρ. 6 προστέθηκε με το άρθρο 57 παρ. 5 περ. β΄ του ν. 2637/1998.)

Άρθρο 259. - Ειδικά μέτρα προστασίας θηραμάτων.

1. Ιδιοκτήται, νομείς ή μισθωταί οικιών, κήπων ή αγρών υποχρεούνται να καταστρέφουν τας υπό κορακοειδών (κάργια, καρακάξα κ.λπ.) κατασκευαζομένας φωλεάς εις τας οικίας ή παραρτήματα τούτων ή εις δένδρα ευρισκόμενα εντός των κήπων ή αγρών των.

2. 0 Υπουργός Γεωργίας δύναται:

α) Να διατάσση επ' αμοιβή ή μη, την δι' οιουδήποτε μέσου διώξιν ορισμένων θηραμάτων και λοιπών ζώων και καταστροφήν των φωλεών τούτων, επιζημίων εις την γεωργικήν, κτηνοτροφικήν, δασικήν, αλιευτικήν και θηραματικήν οικονομίαν, ιδία δε εκ των πτηνών των απαριθμουμένων εις την συναφθείσαν την 18ην Οκτωβρίου 1950 εν Παρισίοις διεθνή σύμβασιν και υπογραφείσαν υπό της Ελλάδος την 18ην Νοεμβρίου 1953.

β) Να απαγορεύη τον φόνον θηράματος, όταν απειλήται διά πλήρους αφανισμού.

3. 0 Υπουργός Γεωργίας δύναται να απαγορεύη την εκχέρσωσιν εκτάσεων, ως και την υλοτομίαν ή αποκλάδωσιν μεμονωμένων δένδρων ή συστάδων ή δενδροστοιχιών, των οποίων η διατήρησις επιβάλλεται προς καταφυγήν, προστασίαν και αναπαραγωγήν (κατασκευή φωλεών) ζώων και πτηνών, άτινα είναι σπάνια ή τείνουν να εξαφανισθούν, ως και την βοσκήν παντός ζώου εις πάρκα, εκτροφεία και εις νησίδας προς προστασίαν και μη εκφυλισμόν των εκεί διαβιούντων σπανίων θηραμάτων.

4. Δι’ αποφάσεως των Υπουργών Γεωργίας και Εμπορικής Ναυτιλίας, δύναται να λαμβάνωνται τα ενδεδειγμένα μέτρα προστασίας των αποδημητικών πτηνών, διά την μη πρόσκρουσίν των επί των φάρων.

5. Η χρήσις γεωργικών φαρμάκων (εντομοκτόνων - ζιζανιοκτόνων) επί γεωργικών εκτάσεων επιτρέπεται τη καθοδηγήσει της διευθύνσεως γεωργίας και εις ποσότητα τοιαύτην, ώστε να αποβαίνη ακίνδυνος διά τα θηράματα. Η χρήσις τούτων εντός των δασών ή δασικών εκτάσεων θα γίνεται κατόπιν συνεωοήσεως μετά της δασικής αρχής.

2. Η απόφαση αυτή έχει εφαρμογή στα πτηνά, στα αυγά, στις φωλιές και στους βιοτόπους τους.

Άρθρο 2.(όπως αυτό τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθμ. 87578/703/6-3-2007 Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ 581/Β/23-4-2007) - 'Εννοιες. Αρχές που διέπουν τη θηρευτική δραστηριότητα

1. Για την εφαρμογή της απόφασης αυτής οι ακόλουθοι όροι έχουν την εξής έννοια:

α) Πτερωτά Θηράματα: τα πτηνά της άγριας ορνιθοπανίδας που ζουν ελέυθερα στο φυσικό τους περιβάλλον καθώς και όσα από αυτά εκτρέφονται τεχνητά με σκοπό τη θήρα ή την οικονομική εκμετάλλευσή τους.

β) Θηρεύσιμα πτερωτά θηράματα: είναι όσα αναφέρονται στο Παράρτηαμ ΙΙ/1 και ΙΙ/2 της απόφασης αυτής και

γ) Μη θηρεύσιμα πτερωτά θηράματα: είναι όσα περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Ι της απόφασης αυτής.

2. Ομοίως για την εφαρομή της απόφασης αυτής ισχύουν οι εξής αρχές που διέπουν τη θηρευτική δραστηριότητα:

α) Η θηρευτική δραστηριότητα επί των ειδών των πτηνών, που περιλαμβάνονται στο

Παράρτημα ΙΙ/1 και στο Παράρτημα ΙΙ/2 και σημειώνονται με την ένδειξη + και τα οποία αποτελούν αντικείμενο θηρευτικών πράξεων, δεν υπονομεύει τις προσπάθειες διατηρήσεως που αναλαμβάνονται στη ζώνη εξάπλωσής τους.

β) Η θηρευτική δραστηριότητα σέβεται τις αρχές μιας ορθολογικής χρησιμοποιήσεως και μιας οικολογικά ισορροπημένης ρυθμίσεως για τα είδη των πτηνών που αφορά.

γ) Η θηρευτική δραστηριότητα ασκείται υιοθετώντας όλα τα αναγκαία μέτρα με σκοπό να διατηρηθεί ή να προσαρμογσθεί ο πληθυσμός όλων των ειδών των πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση στο ευρωπαϊκό έδαφος των Κρατών Μελών στο οποίο εφαρμόζεται η συνθήκη, σε ένα επίπεδο που να ανταποκρίνεται ιδιαίτερα στις οικολογικές, επιστημονικές και μορφωτικές απαιτήσεις, λαμβάνοντας, ωστόσο, υπόψη τις οικονομικές και ψυχαγωγικές απαιτήσεις.

δ) Η θηρευτική δραστηριότητα ασκείται στα πλαίσια ενός γενικού καθεστώτος προστασίας, για τα είδη στα οποία εφαρμόζεται η θηερυτική νομοθεσία, κατά τη διάρκεια των περιόδων κατά τις οποίες η επιβίωση των άγριων πτηνών απειλείται ιδιαιτέρως, ιδίως κατά την περίοδο φωλεοποήσεως, κατά τις διάφορες φάσεις της αναπαραγωγής και εξαρτήσεως, καθώς και όταν πρόκειται για αποδημητικά είδη, κατά την περίοδο αναπαραγωγής και κατά την επιστροφή τους στον τόπο φωλεοποιήσεως.

Άρθρο 3. –

1. Επιτρέπεται η θήρα:

α) Των θηρευσίμων πτερωτών θηραμάτων της περ. β΄ του άρθρου 2 σύμφωνα με τα οριζόμενα στην απόφαση αυτή.

β) Των μη θηρεύσιμων πτερωτών θηραμάτων της περ. γ' του άρθρου 2 της απόφασης αυτής που:

αα) Δημιουργούν κινδύνους για τη δημόσια υγεία και ασφάλεια καθώς και την αεροπλοία.

ββ) Πρσκαλούν σοβαρές ζημιές στη γεωργική, κτηνοτροφική, (δασική, θηραματική, αλιευτική και υδατική οικονομία και

γγ) Θέτουν as κίνδυνο την ενδημική άγρια χλωρίδα ή πανίδα, εφόσον δεν υπάρχει άλλη ικανοποιητική λύση για τη πρόληφη των κινδύνων και ζημιών της περ. β΄.

γ) Των ειδών της άγριας πτηνοπανίδας που απαιτείται να παρθούν από το φυσικό τους περιβάλλον για λόγους επιστημονικής έρευνας, εκπαίδευσης, αναπληθυσμου ή αναπαραγωγής.

2. Με αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας, που εκδίδονται ύστερα από πρόταση της αρμόδιας Δασικής Αρχής, καθορίζονrαι οι προϋποθέσεις, οι μέθοδοι και τα μέσα θανάτωσης, σύλληψης, κατοχής και διακίνησης των μη θηρεύσιμων πτερωτών θηραμάτων των περ. β΄

Δασικός Κώδικας και γ΄ της προηγούμενης παραγράφου. Με όμοιες αποφάσεις καθορίζονrαι οι μέθοδοι, τα μέσα, οι περιοχές για τον έλεγχο των πληθυσμών των μη θηρεύσιμων πτερωτών θηραμάτων της περ. β΄ της παρ. 1 του άρθρου αυτού, ο χρόνος και το προσωπικό καταπολέμησης, καθώς και οι λεπτομέρειες σχετικά με τις διαδικασίες παράδοσης και παραλαβής των τεκμηρίων, το ύψος της αμοιβής και ο τρόπος πληρωμής των δικαιούχων.

Άρθρο 4. - Μέσα Θήρας.

1. Η θήρα των θηρεύσιμων θηραμάτων επιτρέπεται αποκλειστικά ως άθλημα και ασκείται μόνο με τόξο ή κυνηγετικό επωμιζόμενο όπλο που φέρει λεία κάννη και είναι μονόκαννο, δίκαννο ή επαναληπτική καραμπίνα, η οποία φέρει μέχρι τρία φυσίγγια συνολικά, από τα οποία το ένα είναι οτη θαλάμη και τα δύο στην αποθήκη.

2. Κυνηγοί που κατά τη δημοσίευση της απόφασης αυτής κατέχουν επαναληπτικές καραμπίνες δυνάμενες να φέρουν περισσότερα από τρία φυσίγγια οφείλουν, μέσα σε διάστημα δύο ετών από τη δημοσίευσή της, να μετατρέψουν τα όπλα αυτά ώστε να πληρούν τις προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου.

3. Οι κάτοχοι των όπλων των παρ. 1 και 2 πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με δελτίο κατοχής κυνηγετικού όπλσυ.

Άρθρο 5.(όπως αυτό τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθμ. 87578/703/6-3-2007 Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ 581/Β/23-4-2007) - Χρόνος Θήρας και περιορισμοί.

1. Η θήρα των θηρεύσιμων ειδών αγρίων πτηνών επιτρέπεται κατά το χρονικό διάστημα που αρχίζει το νωρίτερο την 20η Αυγούστου εκάστου έτους και τελειώνει το αργότερο το τέλος Φεβρουαρίου του επόμενου έτους.

2. Η θήρα των ειδών της προηγούμενης παραγράφου επιτρέπεται να ασκείται μισή ώρα πριν την ανατολή μέχρι μισή ώρα μετά τη δύση του ηλίου.

3. Στο πλαίσιο της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου και του άρθρου 2, με αποφάσεις του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ειδικότερο σε ό,τι αφορά τα πτηνά που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα ΙΙ/1και στο Παράρτημα ΙΙ/2 και σημειώνονται με την ένδειξη + και τα οποία αποτελούν αντικείμενο θηρευτικών πράξεων με βάση τις αρχές που προκύπτουν από το κείμενο του εγγράφου κατευθύνσεων για τη θήρα, «Οδηγία για τα πτηνά», Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Αύγουστος 2004 όπως αυτό εκάστοτε συμπληρώνεται ή τροποποιείται καθώς και τα πρόσφατα διαθέσιμα βιογεωγραφικά και πληθυσμιακά τεχνικά δεδομένα, καθορίζονται:

α) η διάρκεια της κυνηγετικής περιόδου κατά είδος σε όλη την επικράτεια ή μέρος αυτής,

β) ο επιτρεπόμενος χρόνος άσκησης της θήρας εντός της ημέρας,

γ) ο μέγιστος αριθμός ημερήσιας κάρπωσης ορισμένων θηρεύσιμων ειδών.

4. Ομοίως με αποφάσεις του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ή του εξουσιοδοτημένου από αυτόν οργάνου, μπορεί να επιβάλλονται ιδιαίτερες και πρόσθετες περιοριστικές ρυθμίσεις, σε ολόκληρη την επικράτεια ή σε τμήματα αυτής, ύστερα από πρόταση της αρμόδιας Δασικής Αρχής ή της Κυνηγετικής Συνομοσπονδίας Ελλάδας, σε περίπτωση που επικρατούν παρατεταμένες χρονικά, δυσμενείς για τα πτηνά, καιρικές συνθήκες και εφόσον διαπιστώνεται αιτιολογημένος κίνδυνος μείωσης ορισμένων ειδών των άγριων πτηνών λόγω αυτών των καιρικών συνθηκών.

5. Οι αποφάσεις του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, που αφορούν τις ανωτέρω ρυθμίσεις θήρας διαβιβάζονται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Αρθρο 6. (όπως αυτό τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθμ. 99098/5881/16-10-2006 Κοινή

Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ 1570/Β/26-10-2006) - Περιοχές θήρας.

1. Η θήρα επιτρέπεται σε ολόκληρη την Επικράτεια, εκτός από τις ακόλουθες περιοχές για τις οποίες ισχύουν ειδικές ρυθμίσεις ή απαγορεύσεις θήρας:

α) Τους πυρήνες των εθνικών δρυμών, τα μόνιμα καταφύγια θηραμάτων, τις ελεγχόμενες κυνηγετικές περιοχές, τα κυνηγετικά πάρκα, τα εκτροφεία θηραμάτων σε ζώνη πλάτους 500 μέτρων κατά μήκος της χερσαίας μεθοριακής γραμμής και τις περιοχές όπου ισχύουν απαγορεύσεις θήρας ορισμένου χρόνου.

β) Τις πόλεις, κωμοπόλεις, χωριά ή οικισμούς και σε ακτίνα 250 μέτρων από την τελευταία κατοικία τους και γύρω από μεμονωμένες αγροικίες και νόμιμες οργανωμένες εγκαταστάσεις κατασκήνωσης (κάμπινγκ) σε ακτίνα 150 μέτρων.

2. Απαγορεύεται η Θήρα χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, νομέα ή μισθωτή:

α) Στους αμπελώνες από την έναρξη της περιόδου της θήρας μέχρι τη λήξη του τρυγητού.

β) Στους αθέριστους λειμώνες.

γ) Στις καλλιεργημένες εκτάσεις και τους οπωρώνες, εφόσον η άσκηση της θήρας μέσα σε αυτά βλάπτει την καλλιέργεια και

δ) Στις περιφραγμένες εκτάσεις.

Άρθρο 7. (όπως αυτό τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθμ. 99098/5881/16-10-2006 Κοινή

Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ 1570/Β/26-10-2006) - Απαγορευόμενοι τρόποι και μέσα

θήρας.

1. Απαγορεύεται για την άσκηση θήρας των ειδών της άγριας πτηνοπανίδας η χρησιμοποίηση ή χρήση:

α) Μηχανσκίνητων πλωτών μέσων για θήρα σε λίμνες, ποταμούς, ελώδεις εκτάσεις και λιμνοθάλασσες, καθώς και σε θαλάσσιες περιοχές as ακτίνα 300 μέτρων από τις ακτές.

β) Μηχανοκίνητων πλωτών μέσων στην ανοιχτή Θάλασσα, τα οποία μπορούν να αναmύξουν ταχύτητα μεγαλύτερη από 18 χιλιόμετρα την ώρα.

γ) Οποιασδήποτε κατηγορίας χερσαίου μηχανοκινήτου μέσου, από το οποίο ασκείται θήρα, η μεταφορά με αυτά κυνηγετικών όπλων που δεν είναι λυμένα ή μέσα στην κλειστή θήκη τους καθώς και η χρήση των προβολέων τους για εντοπισμό ή ακινητοποίηση του πτερωτού θηράματος.

δ) Αεροσκαφών για άσκηση θήρας μέσα από αυτά.

ε) Ελαστικής σφεντόνας, θηλειών από οποιόδήποτε υλικό, ιξού, αγγίστριων, ομοιωμάτων, ζωντανών κραχτών, ηχοπαραγωγών συσκευών με μιμητικές φωνές πουλιών, ηλεκτρονικών συσκευών προσέλευσης των πουλιών, εξαρτημάτων κυνηγετικών όπλων για νυκτερινή σκόπευση, κυνηγετικών όπλων με στόχαστρο που φωσφορίζει, κάθε είδους προβολέων, καθρεπτών, δικτύων, εκρηκτικών, μηχανισμών ηλεκτροπληξίας, δολωμάτων με τοξικές ή αναισθητικές ουσίες, κάθε μορφής παγίδων για πουλιά με σκοπό την προσέλκυση, νάρκωση, σύλληψη ή θανάτωση των πτερωτών θηραμάτων, καθώς και ασυρμάτων για συντονισμό δράσης κατά τη θήρα.

2. Απαγορεύεται επίσης:

α) Η σύλληψη, η διατήρηση σε αιχμαλωσία, η αγοραπωλησία, η κατοχή, η μεταφορά, η εισαγωγή και η εξαγωγή κάθε είδους ζωντανού πτερωτού θηράματος, με εξαίρεση από την απαγόρευση αυτή των θηραμάτων της περ. γ' της παρ. 1 του άρθρου 3, καθώς και εκείνων που προέρχονται από τεχνητή εκτροφή, τις ελεγχόμενες κυνηγετικές περιοχές ή το εξωτερικό, εφόσον τηρήθηκαν οι νόμιμες διαδικασίες απόκτησής τους.

β) Η αγοραπωλησία οποιασδήποτε μορφής νεκρών θηρεύσιμων πτερωτών Θηραμάτων, με εξαίρεση εκείνων που προέρχονται από τεχνητή εκτροφή, τις ελεγχόμενες κυνηγετικές περιοχές ή το εξωτερικό, εφ' όσον τηρήθηκαν οι νόμιμες διαδικασίες απόκτησής τους και

γ) Η αγοραπωλησία, η κατοχή, η ταρίχευση, η έκθεση σε κοινή θέα, η μεταφορά, η εισαγωγή ή η εξαγωγή των μη θηρεύσιμων νεκρών πτερωτών θηραμάτων ολόκληρων ή μερών ή προπάντων τους, με εξαίρεση αυτών που αναφέρονται στις περ. β΄ και γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 3, καθώς και εκείνων που προέρχονται από τεχνητή εκτροφή, τις ελεγχόμενες κυνηγετικές περιοχές ή το εξωτερικό, εφ' όσον τηρήθηκαν οι νόμιμες διαδικασίες απόκτησής τους.

Οι κάτοχοι ταριχευμένων μη θηρεύσιμων mερωτών θηραμάτων υποχρεούνται να τα δηλώσουν, μέσα σε διάστημα 6 μηνών από την έναρξη ισχύος της απόφασης αυτής, στις κατά τόπους Δασικές Αρχές άύμφωνα με διαδικασία που θα καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας.

Δασικός Κώδικας

3. Για την προστασία των βιότοπων των ειδών της άγριας mηνοπανίδας απαγορεύεται:

α) Η ρύπανση των υγροβιότοπων με δηλητήρια ή απόβλητα βιομηχανιών και βιοτεχνιών.

Με αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας, που εκδίδονται ύστερα από πρόταση της αρμόδιας Δασικής Αρχής και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, τάσσεται προθεσμία για τη συμμόρφωση προς τις διατάξεις της περίπτωσης αυτής των βιομηχανιών και βιοτεχνιών που τυχόν αποχετεύουν σε υγροβιότοπους.

β) Η χρησιμοποίηση γεωργικών φαρμάκων των οποίων δεν επιτρέπεται η κυκλοφορία.

γ) Η από πρόθεση διατάραξη της ησυχίας των πτερωτών θηραμάτων ιδιαίτερα κατά την περίοδο της αναπαραγωγής ή εξάρτησης, η καταστροφή ή η αφαίρεση των φωλιών, η κατοχή ή η αγοραπωλησία νεοσσών, αυγών και κελυφών. Δεν επιτρέπεται η φωτογράφηση, κινηματογράφηση και βιντεοσκόπηση των πουλιών κατά τη διάρκεια της αναπαταγωγής περιόδου, επιτρεπόμενης μόν κατόπιν άδειας του Υπουργείου Γεωργίας για επιστημονικούς και μόνο λόγους και

δ) Η εκτέλεση έργων ή εργασιών που μπορεί να διαταράξσυν την οικολογική ισορροπία στις περιοχές της παρ. 1 του άρθρου 8, χωρίς την προηγούμενη έγκριση του Υπουργού Γεωργίας, η οποία παρέχεται μόνον στις περιπτώσεις που δεν επέρχονται σημαντικές συνέπειες σε σχέση με τους αντικειμενικούς στόχους που θέτει η παρούσα απόφαση.

4. Απαγορεύεται η κατοχή, η εμπορία, κατασκευή και η εκ του εξωτερικού εισαγωγή ομοιωμάτων, ηχοπαραγώγων, συσκευών με μιμητικές φωνές πουλιών, ηλεκτρονικών συσκευών προσέλευσης πουλιών και κάθε μορφής παγίδων για πουλιά και γενικότερα για είδη της άγριας πανίδας με σκοπό την προσέλκυση, σύλληψη, νάρκωση και θανάτωσή τους, επιτρεπόμενης μόνο κατόπιν αδείας του Υπουργού Γεωργίας για επιστημονικούς σκοπούς και μόνο.

Εντός ενός έτους από τη δημοσίευση της παρούσας, κάτοχοι (φυσικά πρόσωπα –επιχειρήσεις κ.ά.) των ανωτέρω συσκευών, οφείλουν να δηλώσουν αυτά στις Δασικές αρχές των περιοχών τους.

Οι παραβάτες της παρούσας παραγράφου τιμωρούνται με φυλάκιση έως ενός έτους ή με χρηματική ποινή από 300,00 έως 600,00 ευρώ, οι δε συσκευές κατάσχονται από την αρμόδια Δασική ή Τελωνειακή Αρχή και παραδίδονται στην πλησιέστερη Δασική Αρχή με μέριμνα  της οποίας φυλάσσονται. Όταν η κατάσχεση διενεργείται από τη δασική αρχή, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 1, 3 και 4 του άρθρου 288 του ν.δ. 86/69.

Άρθρο 8. –

1. Με αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας, που εκδίδονται ύστερα από πρόταση της αρμόδιας Δασικής Αρχής και δημοσιεύονται στην Εφημερίόα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι περιοχές για τις οποίες απαιτούνται ιδιαίτερα μέτρα διαχείρισης και εκμετάλλευσης των φυσικών τους πόρων και ορίζονται τα μέτρα αυτά προκειμένου να προστατευθεί και να εξασφαλισθεί η διατήρηση των ειδών που απειλούνται με εξαφάνιση, είναι ευαίσθητα στις αλλοιώσεις των βιοτόπων τους, είναι σπάνια λόγω των μικρών πληθυσμών ή της περιορισμένης τοπικής εξάπλωσής τους ή απαιτούν ιδιαίτερη προστασία λόγω της ιδιομορφίας του βιοτόπου τους.

2. Για την επιλογή των περιοχών της προηγούμενης παραγράφου λαμβάνονται υπόψη και οι ανάγκες των αποδημητικών ειδών της άγριας πτηνοπανίδας ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τους χώρους προστασίας κατά τη στάθμευση, ανάπαυση, αναπαραγωγή ή διαχείμαση κατά μήκος των δρομολογίων μετανάστευσης. Ως περιοχές ιδιαίτερης προστασίας θεωρούνται οι υγροβιότοποι και κυρίως όσοι έχουν χαρακτηρισθεί διεθνούς σημασίας σύμφωνα με τις διατάξεις της Διεθνούς Σύμβασης RAMSAR που επικυρώθηκε με το ν.δ. 191/1974 (ΦΕΚ Α΄ 350/1974).

3. Με τις αποφάσεις που εκδίδονται σύμφωνα με τη παρ. 1 του άρθρου αυτού ρυθμίζονται οι αναγκαίες έρευνες και εργασίες με σκοπό την προστασία, τη διαχείριση και την εκμετάλλευση των ειδών των πτηνών που αναφέρονται στο άρθρο 1 και ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις έρευνες και εργασίες πσυ περιέχονται στο Παράρτημα ΙΙΙ της απόφασης αυτής.

4. Με αποφάσεις του Νομάρχη, που εκδίδονται ύστερα από πρόταση της σικείας Δασικής Αρχής, μπορεί, για ορισμένους βιότοπους εξαιρετικής σημασίας για τη διατήρηση της πτηνοπανίδας, να επιβάλλονται περιορισμοί βοσκής κατά την περίοδο της αναπαραγωγής ή να απαγορεύεται η εκχέρσωση, υλοτομία ή αποκλάδωση μεμονωμένων δένδρων, συστάδων ή δενδροστοιχιών, προκειμένου να διατηρηθούν οι κατάλληλες συνθήκες φωλεοποίησης και αναπαραγωγής των ειδών του Παραρτήματος Ι της απόφασης αυτής.

5. Με τις αποφάσεις της προηγουμένης παραγράφου μπορεί επίσης να λαμβάνονται ειδικά μέτρα βελτίωσης των βιοτόπων της άγριας πτηνοπανίδας, όπως η διατήρηση ή δημιουργία ζωντανών φρακτών στα όρια των ιδιοκτησιών, διατήρηση ακαλλιεργήτων κομματιών κατά μήκος των ρυακίων, αυλακιών ύδρευσης ή αποστράγγισης, ίδρυση δενδροστοιχιών κατά μήκος των αγροτικών δρόμων.

Άρθρο 9. - Κυρώσεις.

1. Οι παραβάσεις των άρθρων 6 παρ. 1 περ. β', 7 παρ. 2 περ. β' και παρ. 3 περ. β' και γ' και 8 παρ. 4 τιμωρούνται με φυλάκιση δέκα ημερών ή με χρηματική ποινή από 5.000 έως 50.000 δραχμές.

2. Οι παραβάτες των άρθρων 4, 7 παρ. 1 περ. ε΄ και παρ. 2 περ. α' και γ' και οι κάτοχοι ή οδηγοί - χειριστές των μηχανοκινήτων μέσων του άρθρου 7 παρ. 1 περ. a', β΄, γ' και δ' με τα οποία τρίτοι άσκησαν θήρα, τιμωρούνται με φυλάκιση έως ενός έτους ή με χρηματική ποινή από 20.000 έως 100.000 δραχμές.

3. Οι θηρεύοντες τα θηράματα της περ. γ' 7 του άρθρου 2, καθώς και κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 1 και 2, 6 παρ. 1 περ.α΄ και 7 παρ. 3 περ. α΄ τιμωρούνται με φυλάκιση 3 μηνών έως 2 ετών ή με χρηματική ποινή από 50.000 έως 500.000 δραχμές.

Άρθρο 10. - Παραρτήμστα. Παρατίθενται κατωτέρω Παραρτήματα Ι,ΙΙ/1,ΙΙ/2 και ΙΙΙ που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της απόφασης αυτής και έχουν ως εξής: [...]

Άρθρο 11. - Καταργούμενες διατάξεις. Από την έναρξη ισχύος τής απόφασης αυτής, οι διατάξεις των άρθρων 251, 252, 254, 256, 257, 258, εκτός της παρ. 3 περ. η΄, 259, 261 και 264 του ν.δ. 86/1969 «περί Δασικού Κώδικος», όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τις διατάξεις του v. δ. 996/1971 και ν. 177/1975, δεν εφαρμόζονται κατά το μέρος που αφορούν τη θήρα των πτηνών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄

Κυνηγετικαί περιφέρειαι - Χρόνος - Άδειαι Θήρας. Οικονομική εξυπηρέτησις

Άρθρο 260. - Κυνηγετικαί περιφέρειαι. Η όλη Επικράτεια διαιρείται εις τας κάτωθι κυνηγετικάς περιφερείας:

α) Της Κρήτης και Δωδεκανήσου μετά των νήσων αυτών, με έδραν τα Χανιά.

β) Των νήσων Αρχιπελάγους, με έδραν την Μυτιλήνην.

γ) Της Πελοποννήσου μετά των νήσων Ύδρας, Σπετσών, Ζακύνθου, Πόρου, Κυθήρων και Αντικυθήρων, Κεφαλληνίας, Ιθάκης και των λοιπών μικροτέρων της περιφερείας των, με έδραν τας Πάτρας.

δ) Της Στερεάς Ελλάδος μετά των νήσων Ευβοίας, Λευκάδος, Σκύρου, Αιγίνης, Κυκλάδων, Σαλαμίνος, Κυθήρων, 'Υδρας, Σπετσών και Πόρου, ως και των μικροτέρων της περιφερείας των, με έδραν τας Αθήνας. (Όπως η περ. δ' του άρθρου 260 ανεικσταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 177/1975.)

ε) Της Ηπείρου μετά των νήσων Κερκύρας και Παξών, με έδραν τα Ιωάννινα.

στ) Της Βορείου Ελλάδος (Μακεδονία - Θράκη) μετά των νήσων Θάσου και Σαμοθράκης, με έδραν την Θεσσαλονίκην.

ζ) Της Θεσσαλίας μετά των νήσων Σποράδων με έδραν την Λάρισαν. (Όπως η περ. ζ' του άρθρου 260 προστέθηκε με το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 177/ 1975.)

Δασικός Κώδικας

Άρθρο 261. - Χρόνος Θήρας.

1. Tο κυνηγετικόν έτος άρχεται από 1 Αυγούστου και λήγει την 31 Ιουλίου του επομένου έτους.

2. Η κυνηγετική περίοδος, καθ' ην γενικώς επιτρέπεται η θήρα, άρχεται:

α) Του λαγωού, από 15ης Σεπτεμβρίου και λήγει την 10ην Ιανουαρίου.

β) Της ορεινής πέρδικος από 15ης Σεπτεμβρίου και λήγει την 30ήν Νοεμβρίου.

γ) Της πεδινής πέρδικος από 1ης Οκτωβρίου και λήγει την 30ήν Νοεμβρίου.

δ) Των λοιπών θηραμάτων, εξαιρέσει της περιπτώσεως της παρ. 3 του παρόντος άρθρου, από 15ης Σεπτεμβρίου και λήγει την 10ην Μαρτίου. ('Οπως η παρ. 2 που είχε ανπκατασταθεί από το άρθρο 11 ν.δ. 996/1971, ανπκατασrάθηκε στη συνέχεια από το άρθρο 8 του ν.177/1975.)

3. Επιτρέπεται από 20ής Αυγούστου η θήρα τρυγόνων, δενδροβίων (αετομάχου συκοφάγου) και λοιπών περιστεροειδών, των ορτύγων μετά κυνός, ως και λοιπών επιβλαβών θηραμάτων, εις περιοχάς όπου υπάρχουν περάσματα, καθοριζόμενα δι' αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας τη προτάσει των Δασικών Αρχών. ('Οπως η παρ. 3 που είχε αντικστασταθεί από το άρθρο 11 ν.δ. 996/1971, ανrικαταστάθηκε στη συνέχεια από το άρθρο 8 του ν. 177/1975.)

4. Ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας δύναται δι' αποφάσεως του, τη προτάσει της δασικής αρχής ή της κυνηγετικής συνομοσπονδίας, να περιορίζη την διάρκειαν της κυνηγετικής περιόδου ή τας εντός αυτής ημέρας θήρας, καθ' όλην την Επικράτειαν ή περιφερείας ταύτης.

('Οπως η παρ. 4 αντικσταστάθηκε από τo άρθρο 11 του v.6.996/1971.)

5. Επιτρέπεται η θήρα μόνον κατά την διάρκειαν της ημέρας, ήτοι ημίσειαν ώραν προ της ανατολής και μέχρις ημισείας ώρας μετά την δύσιν του ηλίου.

6. Από 11ης Μαρτίου και μέχρις ενάρξεως της κυνηγετικής περιόδου επιτρέπεται η διά δηλητηρίου καταπολέμησις των επιβλαβών θηραμάτων, μερίμνη και ευθύνη των κυνηγετικών συλλόγων και άνευ χρήσεως κυνηγετικών όπλων, η σύλληψις εις τας φωλεάς των νεογνών και νεοσσών αυτών, ως και η καταστροφή των φωλεών των. Επίσης η συγκρότησις συνεργείων δι' έρευναν (παγάνα), ως και η δίωξις των κορακοειδών τη επιβλέψει δασικού οργάνου. Κατά την διάρκειαν της κυνηγετικής περιόδου η χρήσις παγίδων και δηλητητηρίων επιτρέπεται μόνον κατόπιν αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας.

7. Ο Υπουργός Γεωργίας δύναται δι' αποφάσεώς του να παρατείνη την θήραν των αποδημητικών πτηνών καθ' άπασαν την Επικράτειαν ή περιφέρειαν ταύτης, επί προσθέτω καταβολή τέλους καθοριζομένου εν τη αποφάσει.

Άρθρο 262• - Άδειαι θήρας.

1. Η θήρα επιτρέπεται μόνον εις τον κάτοχον αδείας θήρας, εκδιδομένης εις τον τόπον της μονίμου κατοικίας του υπό της αρμοδίας δασικής αρχής.

2. Ουδείς δύναται να λάβη άδειαν θήρας, εάν δεν είναι μέλος κυνηγετικού συλλόγου.

Εξαιρούνται όσοι, εκ της υπηρεσίας των, δεν επιτρέπεται να μετέχουν εις οργανώσεις, ως και οι αλλοδαποί.

3. Η άδεια θήρας, ούσα προσωπική και αμεταβίβαστος, ισχύει διά την κυνηγετικήν περίοδον και περιφέρειαν, δι' ην εξεδόθη, διακρίνεται δε:

α) εις τοπικήν, ισχύουσαν διά την περιφερειαν του νομού,

β) εις περιφερειακήν, ισχύουσαν διά μίαν των κυνηγετικών περιφερειών, περί ων το άρθρον 260 του Δασικού Κώδικος,

γ) εις γενικήν, ισχύουσαν δι' ολόκληρον την Επικράτειαν και

δ) εις γενικήν τοιαύτην υπηκόων ξένων κρατών, ισχύουσαν δι' ολόκληροντην Επικράτειαν.

Η άδεια θήρας εκδίδεται επί τη υποβολή γραμματίου ή τριπλοτύπου εισπράξεως του αρμοδίου Δημοσίου Ταμείου, υπέρ του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και

Δασών (Κεφ. Θήρας), εκ

αα) δραχμών εκατόν είκοσι πέντε (125), διά την τοπικήν άδειαν,

ββ) τριακοσίων (300), διά την περιφερειακήν,

γγ) εξακοσίων (600), διά την γενικήν,

δδ) πεντακοσίων (500), διά την γενικήν άδειαν υπηκόων ξένων κρατών, δι' άσκησιν θηρας  Mέχρι δέκα πέντε ημερών,

εε) χιλιών πεντακοσίων (1.500), διά την γενικήν υπηκόων ξένων κρατών, δι' άσκησιν θήρας μέχρι δύο μηνών και

στστ) τριών χιλιάδων (3.000), διά την γενικήν υπηκόων ξένων κρατών, δι' άσκησιν θήρας κατά την διάρκειαν ολοκλήρου της κυνηγετικής περιόδου.

Οι ομογενείς υπήκοοι ξένων κρατών ή οι διαμένοντες εν Ελλάδι πέραν της δεκαπενταετίας, καταβάλλουν, διά την έκδοσιν αδείας, τα ως άνω διά τους ημεδαπούς καθοριζόμενα ποσά.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Γεωργίας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορούν να αυξομειώνονται τα ανωτέρω ποσά. Για τους κυνηγούς που αποκτούν την άδεια θήρας απευθείας από τις δασικές αρχές, τα ανωτέρω ποσά προσαυξάνονται κατά ποσοστό ενενήνrα τοις εκατό (90%) επί του ποσού που καθορίζεται εκάστοτε από την υπουργική απόφαση, που εκδίδεται σύμφωνα με την παρ. 10 του άρθρου 266 του ν.δ. 86/1969 του Δασικού Κώδικα ως εισφορά υπέρ του Κ.Τ.Γ.Κ. και Δασών και διατίθενrαι για φιλοθηραματικούς σκοπούς. (Όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3, η οποία είχε αντικατασταθεί από το άρθρο 12 του ν.δ. 996/1971, αντικαταστάθηκε από το άρθρο 19 παρ.1 του ν. 3170/2003.)

4. Προς έκδοσιν της κατά τα ανωτέρω αδείας θήρας απαιτείται εισέτι και γραμμάτιον ή τριπλότυπον εισπράξεως του αρμοδίου ταμείου υπέρ του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασων (Κεφάλαιον Θήρας) εκ δραχμών εξήκοντα (60) διά τοπικάς και περιφερειακάς αδείας και δραχμών εκατόν (100) διά γενικάς τοιαύτας, προς εξασφάλισιν λογαριασμού πληρωμής των εν άρθρω 267 φυλάκων θήρας. Η έκδοσις των αδειών θήρας άρχεται από 1 Αυγούστου εκάστου έτους.

5. To εις τας παρ. 3 και 4 του παρόντος άρθρου αναφερόμενα ποσά δύναται να αυξάνωνται διά κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας.

6. Δι' αποφάσεως του επί της Γεωργίας Υπουργού, δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονrαι ο τύπος, η μορφή και τα στοιχεία, άτινα δέον να περιέχη η άδεια θήρας, η διαδικασία εκδόσεως ταύτης, τόσον διά τους Ελληνας πολίτας, όσον και διά υπηκόους ξένων κρατών, ως και τα απαιτούμενα προσόντα υγείας, κυνηγετικής ικανότητος και κυνηγετικών γνώσεων διά τους το πρώτον αιτούμενους έκδοσιν αδείας θήρας.

7. Προς έκδοσιν αδειών θήρας κατοίκων των απηγορευμένων ζωνών της παραμεθορίου περιοχής απαιτείται ειδική έγκρισις της αρμοδίας στρατιωτικής αρχής, εφ' απλού χάρτου.

8. Οι δημόσιοι πολιτικοί και στρατιωτικοί υπάλληλοι, κάτοχοι αδείας θήρας, μετατιθέμενοι, δύνανται να θηρεύουν εις την περιφέρειαν της θέσεως, εις ην τοποθετούνται, με την αυτήν άδειαν θεωρουμένην παρά της δασικής αρχής.

Άρθρο 263. - Θήρα υπό δασικών υπαλλήλων. Οι μόνιμοι δημόσιοι δασικοί υπάλληλοι δύνανται να θηρεύουν, όπου και όταν επιτρέπεται η θήρα, επί τη βάσει ατελούς αδείας

εκδιδομένης παρά της δασικής αρχής.

Άρθρο 264. - Απαγορεύσεις χορηγήσεως αδειών θήρας.

1. Άδεια θήρας δεν χορηγείται εις τους καταδικασθέντας:

α) Επί κακουργήματι εις οιανδήποτε ποινήν ή επί πλημμελήματι, δι’ o επεβλήθη στέρησις των πολιτικών δικαιωμάτων.

β) Επί ζωοκλοπή, ζωοκτονία, παρανόμω οπλοφορία, παρανόμω κατοχή όπλου και παραβάσει των διατάξεων περί θήρας.

γ) Επί εμπρησμώ, ανθρωποκτονία εξ αμελείας και φθορά ξένης ιδιοκτησίας, εφ' όσον η τέλεσις των αδικημάτων τούτων συνδέεται προς την άσκησιν της θήρας και προς την

προστασίαν των δασών.

Προκειμένου περί καταδικασθέντος μεν διά παράβασιν των διατάξεων περί θήρας, δύναται να εγκριθή η χορήγησις αδείας θήρας υπό του Νομάρχου, μετά γνώμην της αρμοδίας

Δασικής Αρχής, μετά πάροδον δύο (2) ετών από της εκτίσεως της ποινής, περί καταδικασθέντος δε εις βαθμόν πλημμελήματος επί παραβάσεων, περί ων αι περ. α΄, β΄ και γ΄ του παρόντος, δύναται να εγκριθή η χορήγησις αδείας θήρας υπό του Νομάρχου μετά γνώμην της αρμοδίας Δασικής Αρχής μετά πάροδον πέντε (5) ετών από της εκτίσεως της ποινής. ('Οπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 9 του ν.177/1975.)

2. Η μετά την έναρξιν της κυνηγετικής περιόδου καταδίκη διά παράβασιν των διατάξεων του παρόντος, συνεπάγεται την ακύρωσιν της αδείας θήρας, ήτις κατάσχεται υπό των αρμοδίων διά την τήρησιν των διατάξεων του παρόντος δημοσίων οργάνων, άνευ επιστροφής των καταβληθέντων διά την έκδοσιν χρηματικών ποσών.

3. Δεν χορηγείται άδεια θήρας εις τους μη συμπληρώσαντας το 21ον έτος της ηλικίας των, δύναται όμως να χορηγηθή τοιαύτη εις τους συμπληρωσαντας το 18ον έτος, εφ' όσον προσκομισθή υπεύθυνος δήλωσις του έχοντος την επιμέλειαν του ανηλίκου ότι συγκατατίθεται εις την έκδοσιν αδείας θήρας.

4. Ο Υπουργός Γεωργίας, τη προτάσει του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης, δύναται να απαγορεύη την χορήγησιν αδείας θήρας εις ωρισμένας περιφερείας, εφ' όσον λόγοι ασφαλείας επιβάλλουν τούτο.

5. Ο Υπουργός Γεωργίας, μετά πρότασιν του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως, δύναται να απαγορεύη την χορήγησιν αδείας θήρας εις άτομα χαρακτηριζόμενα ως επικίνδυνα εις την ασφάλειαν εν γένει ή να ανακαλή τυχόν χορηγηθείσας αδείας, άνευ επιστροφής των καταβληθέντων προς έκδοσιν αυτών χρηματικών ποσών.

Aρθρο 265. - Οικονομική εξυπηρέτησις της θήρας.

(Το άρθρο 265, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 57 παρ. 6 του ν. 2637/1998, καταργήθηκε με το άρθρο 23 παρ. 4 του ν. 3208/2003.)

Άρθρο 265Α. - Ανώτατον Συμβούλιον Θήρας.

(Το άρθρο 265Α που είχε προστεθεί με το άρθρο 10 του ν. 177/1975, καταργήθηκε με το άρθρο 79 παρ. 1 περ. β΄ του ν. 998/1979.)

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ΄

Κυνηγετικαί οργανώσεις

Άρθρο 266. –

1. Διά την σύστασιν κυνηγετικού συλλόγου απαιτείται η τήρησις των περί σωματείων κειμένων διατάξεων, η δε επωνυμία του δέον να είναι «Κυνηγετικός Σύλλογος» προστιθεμένης της ονομασίας της έδρας Δασαρχείου ή Νομαρχίας ή Επαρχείου.

2. Σκοπός τούτων είναι, αφ' ενός μεν η οργάνωσις των κυνηγών και η φίλαθλος κυνηγετική κατάρτισις και προαγωγή αυτών διά την αναγκαίαν πειθαρχίαν προς εφαρμογήν του παρόντος Κώδικος, αφ' ετέρου δε η συμβολή τούτων εις την προσπάθειαν της Πολιτείας διά την διατήρησιν, ανάπτυξιν και προστασίαν του Θηραματικού πλούτου της Χώρας. Αι κυνηγετικαί οργανώσεις οφείλουν να βοηθούν τας δασικάς αρχάς εις παν ζήτημα ενδιαφέρον την θήραν και το θήραμα και να παρέχουν εις αυτάς πάσαν αναγκαίαν πληροφορίαν και συνδρομήν.

3. Αι κυνηγετικαί οργανώσεις υπάγονται εις το Υπουργείον Γεωργίας, το οποίον ορίζεται ως ανωτέρα εποπτική αρχή.

4. Εις εκάστην περιφέρειαν Διευθύνσεως Δασών άνευ Δασαρχείων ή Νομοδασαρχείου ή Δασαρχείου, δύναται να αναγνωρισθούν υπό του Υπουργού Γεωργίας, ως συνεργαζόμενοι κυνηγετικοί σύλλογοι:

α) Μέχρι δύο (2) Κυνηγετικοί Σύλλογοι επί συνολικού αριθμού κυνηγών - μελών αυτών, από 500 έως 1.000.

β) Μέχρι τρεις (3) Κυνηγετικοί Σύλλογοι επί συνολικού αριθμού κυνηγών - μελών αυτών από 1.001 έως 2.000.

γ) Μέχρι τέσσερις (4) Κυνηγετικοί Σύλλογοι επί συνολικού αριθμού κυνηγών - μελών αυτών από 2.001 έως 3.000.

δ) Μέχρι πέντε (5) Κυνηγετικοί Σύλλογοι επί συνολικού αριθμού κυνηγών - μελών αυτών, από 3.001 και άνω.

ε) Εις την περιφέρειαν του Νομού Αττικής, λόγω του μεγάλου αριθμού των κυνηγών, δύναται να αναγνωρισθούν έως δέκα πέντε (15) Κυνηγετικοί Σύλλογοι. Αι έδραι και περιφέρειαι εκάστου των Κυνηγετικών Συλλόγων του Νομού Αττικής ορίζονται δι' αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας.

στ) Εις την έδραν εκάστης επαρχίας ανεξαρτήτως αποστάσεως και αριθμού μελών κυνηγών.

ζ) Εις την έδραν εκάστης των, ως ανωτέρω κατονομαζομένων Δασικών Αρχών, πλην του Νομού Αττικής, δεν επιτρέπεται να αναγνωρισθούν ως συνεργαζόμενοι Κυνηγετικοί Σύλλογοι πλείονες του ενός, ανεξαρτήτως του αριθμού κυνηγών.

η) Απαγορεύεται η αναγνώρισις εις την αυτήν πόλιν, κωμόπολιν ή χωρίον πλειόνων του ενός Κυνηγετικών Συλλόγων. Ομοίως απαγορεύεται η αναγνώρισις πλειόνων Κυνηγετικών Συλλόγων εις απόστασιν μικροτέραν των είκοσι πέντε (25) χιλιομέτρων εκ της έδρας του Δασαρχείου, εκτός εάν, εν τη τελευταία περιπτώσει, ο αριθμός των κυνηγών υπερβαίνη τους τριακοσίους (300). Εξαιρούνται αι περιοχαί των νήσων της χώρας. Δασικός Κώδικας

θ) Η έδρα και η περιφέρεια εκάστου κατά τα ανωτέρω αναγνωριζομένου Κυνηγετικού Συλλόγου καθορίζεται δι' αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας, βάσει του αριθμού των κυνηγών, της χιλιομετρικής αποστάσεως από της έδρας της Δασικής Αρχής, των συγκοινωνιακών συνθηκών, ως και εις έδρας Δασονομείων ή Δασικών Τμημάτων.

ι) Έκαστος κυνηγός υποχρεούται να είναι μέλος του Κυνηγετικού Συλλόγου της περιφερείας της μονίμου κατοικίας του. Εν περιπτώσει μετοικήσεώς του επιτρέπεται η εις τον οικείον κυνηγετικόν σύλλογον μεταγραφή αυτού. (Όπως η παρ. 4 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 177/1975.)

5. Εις εκάστην κυνηγετικήν περιφέρειαν ιδρύεται ανά μία Κυνηγετική Ομοσπονδία, εις ην υπάγονται υποχρεωτικώς άπαντες οι κυνηγετικοί σύλλογοι της περιφερείας με έδραν την της κυνηγετικής περιφερείας.

6. Ιδρύεται με έδραν τας Αθήνας Κυνηγετική Συνομοσπονδία, εις ην υποχρεωτικώς υπάγονται άπασαι αι Κυνηγετικαί Ομοσπονδίαι. Οι Πρόεδροι των Ομοσπονδιών αυτοδικαίως μετέχουν ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, το οποίον είναι δωδεκαμελές και συμπληρούται δε ως προς τα λοιπά μέλη αυτού κατά τα εν τω καταστατικώ αυτής οριζόμενα. (Όπως η παρ. 6 αντικαταοτάθηκε από το άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 177/1975.)

7. Δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας, δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται αι λεπτομέρειαι της λειτουργίας των Κυνηγετικών Συλλόγων, των Ομοσπονδιών και Συνομοσπονδίας, των διοικητικών συμβουλίων, της συνθέσεως αυτών, των προσόνrων και ιδιοτήτων των μελών αυτών, της θητείας τούτων, των καταστατικών των, της περιουσίας αυτών, της προσωρινής διοικήσεως αυτών και πάσης συναφούς λεπτομερείας, σκοπούσης εις την καλυτέραν εξυπηρέτησιν της θήρας. Ωσαύτως, διά της αυτής αποφάσεως ρυθμίζονται αι προϋποθέσεις και τα κριτήρια αναγνωρίσεως των Κυνηγετικών Συλλόγων ως και τα της συγχωνεύσεως αυτών.

8. Κατά τα λοιπά ως προς τας κυνηγετικάς οργανώσεις, ισχύουν αι διατάξεις περί σωματείων του Αστικού Κώδικος, ως και αι διατηρηθείσαι, μετά την ισχύν του, διατάξεις του ν. 281 της 21/25.6.1914 (περί Σωματείων) δυνάμει του άρθρου 22 του εισαγωγικού ax. 2783 της 30/30.1.1941 (Εισαγωγικός Νόμος του Αστικού Κώδικος), εφ' όσον δεν αντίκεινται εις ταςσχετικάς διατάξεις του παρόντος.

9. Δεν επιτρέπεται να είναι μέλη διοικητικών συμβουλίων κυνηγετικών οργανώσεων οι μη κρινόμενοι ως νομιμόφρονες υπό της οικείας Αστυνομικής Αρχής, μέλη δε των Κυνηγετικών Συλλόγων:

α) Οι στερούμενοι του δικαιώματος λήψεως αδείας θήρας κατά τας διατάξεις του παρόντος.

β) Οι αλλοδαποί, εξαιρουμένων των ομογενών ξένης υπηκοότητος, των διαμενόντων μονίμως εν τη ημεδαπή.

10. Με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα των δικαιωμάτων εγγραφής και των ετήσιων συνδρομών των Κυνηγετικών Συλλόγων. Από τα έσοδα αυτά ποσοστό που καθορίζεται με την ανωτέρω υπουργική απόφαση διατίθεται προς τις Κυνηγετικές Ομοσπονδίες στις οποίες ανήκει κάθε Κυνηγετικός Σύλλογος και ποσοστό τουλάχιστον πενήντα έξι τοις εκατό (56%) περιέρχεται στην Κυνηγετική Συνομοσπονδία Ελλάδος, από το οποίο ποσοστό τουλάχιστον ενενήντα πέντε τοις εκατό (95%) χρησιμοποιείται για τη με κάθε νόμιμο μέσο φύλαξη και προστασία του θηράματος, την ανάτπυξη και την αξιοποίησή του ανάλογα με τις εδαφικές και κλιματολογικές συνθήκες της χώρας, τον εμπλουτισμό της χώρας με θηράματα, καθώς και οτιδήποτε συνδράμει στην αναβάθμιση και προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και της άγριας πανίδας. Για τις λοιπές κυνηγετικές οργανώσεις (Κυνηγετικοί Σύλλογοι και Κυνηγετικές Ομοσπονδίες) τουλάχιστον το ήμισυ των εσόδων αυτών διατίθεται υποχρεωτικά για τους ανωτέρω σκοπούς και ειδικότερα όσον αφορά τους Κυνηγετικούς Συλλόγους, αφαιρουμένων των ποσών των εισφορών προς την Κυνηγετική Συνομοσπονδίά Ελλάδος και προς τις Κυνηγετικές Ομοσπονδίες στις οποίες ανήκουν. Εν πάση περιπτώσει το ποσό της συνδρομής δεν μπορεί να ορισθεί μικρότερο των τριάντα τεσσάρων (34) ευρω. (Όπως η παρ.10 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 19 παρ. 3 του ν. 3170/2003.)

Aρθρο 267. - Φύλακες Θήρας.

1. Η εφαρμογή και τήρησις των περί θήρας διατάξεων ανατίθεται εις την δασικήν υπηρεσίαν και ανήκει εις την αρμοδιότητα της διά του ν.δ. 4519 της 29/30.1.1966 (περί διαρθρώσεως κατά βαθμούς των οργανικών θέσεων του Κτηνιατρικού Κλάδου του Υπουργείου Γεωργίας) και 818 της 3/15.10.1966 β.δ. (περί οργανώσεως της παρά τη Γενική Διευθύνσει Δασών του Υπουργείου Γεωργίας Ε΄ Διευθύνσεως Οικονομίας Δασικών Βοσκοτόπων και καθορισμού της αρμοδιότητος αυτής), συσταθείσης Εης Δ/νσεως Δασών υπό τον τίτλον «Δ/νσις Οικονομίας Δασικών Βοσκοτόπων», ασκείται δε υπό των δασικών οργάνων και των διά του παρόντος προβλεπομένων φυλάκων θήρας, διατηρουμένων εν ισχύι των διατάξεων του παρόντος ως προς τα καθήκοντα των δασικών οργάνων διά την θηροφυλακήν. Οι φύλακες θήρας συγχρόνως υποχρεούνται κατά την ενάσκησιν των καθηκόντων τούτων, εντός των εκτάσεων, περί ων το άρθρον 1, να καταγγέλλουν πάντα παραβάτην των περί των δασών διατάξεων εξομοιούμενοι ως προς την επιτέλεσιν των καθηκόντων των προς τους δασοφύλακας.

2. Δι' αποφάσεως __________των Υπουργών Γεωργίας και Οικονομικών, δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, προσλαμβάνονται μέχρι τριακόσιοι (300) φύλακες θήρας επί μηνιαία αντιμισθία και επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αμειβόμενοι εις βάρος του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών (Κεφάλαιον Θήρας). Διά της αυτής ως άνω αποφάσεως καθορίζονται τα καθήκοντα και οι περιορισμοί, τα πρσσόντα, η πρόσθετος εκπαίδευσίς των, η ηλικία, η έδρα και κατανομή του ως άνω αριθμού ανά την Χώραν, μη ισχυουσών διά τους προσλαμβανομένους φύλακας θήρας των περί εντοπιότητος διατάξεων του Υπαλληλικού Κώδικος, ως επίσης ο τρόπος της προσλήψεως, το ύψος της αντιμισθίας, τα επιδόματα ευδοκίμου υπηρεσίας, τα οδοιπορικά αυτών έξοδα, η ανανέωσις της συμβάσεως και αναπροσαρμογή των αποδοχών των, ως και η απόλυσις και ο πειθαρχικός έλεγχος αυτών, η στολή, η υπόδησις, ο οπλισμός και πάσα συναφής λεπτομέρεια διά την εκτέλεσιν της υπηρεσίας των.

3. Κυνηγετικαί οργανώσεις ή ιδιοκτήται μη δημοσίων εκτάσεων, δύνανται δαπάναις των να προσλαμβάνουν ιδιωτικούς φύλακας θήρας. Ούτοι αναγνωρίζονται, μετά πρότασιν της αρμοδίας δασικής αρχής, υπό του Υπουργού Γεωργίας, ως φύλακες θήρας, εξομοιούμενοι εις ό,τι αφορά εις τα καθήκοντα και δικαιώματα με τους εν τη παρ. 1 του παρόντος άρθρου τοιούτους, πλην της αντιμισθίας. Η έδρα και η περιφέρεια φυλάξεως ορίζεται εν τη αποφάσει αναγνωρίσεως, μετά προηγουμένην σύμφωνον πρότασιν της κυνηγετικής οργανώσεως ή του ιδιοκτήτου. Οι αναγνωριζόμενοι ως ιδιωτικοί φύλακες θήρας, θεωρούνται κατά την άσκηοη των καθηκόντων τους, υπάλληλοι, κατά την έννοια του άρθρου 13 περ. α΄ ΠΚ, δυνάμενοι να προβαίνουν σε όλες τις προανακριτικές πράξεις για τις παραβάσεις των περί θήρας διατάξεων, όπως το άρθρο 289 του Δασικού Κώδικα ορίζει. Στις σχετικές δίκες μπορούν να παρίστανται, χωρίς προδικασία και ανεξαρτήτως περιουσιακής ζημίας ως πολιτικώς ενάγουσες και οι Κυνηγετικές Οργανώσεις. Οι Κυνηγετικές Ομοσπονδίες καταρτίζουν προγράμματα κίνησης των θηροφυλάκων, τα οποία κοινοποιούν στις οικείες δασικές αρχές, υποχρεούνται δε να παρακολουθούν την υλοποίησή τους παρέχοντας κάθε αιτούμενη πληροφορία και αρωγή προς τις ανωτέρω δασικές αρχές. Με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, μετά από γνώμη της Κυνηγετικής Συνομοσπονδίας Ελλάδος, καθορίζονται τα καθήκοντα και οι περιορισμοί, τα προσόντα, η ηλικία και λοιπά θέματα που αφορούν την πρόσληψη και τη λειτουργία των φυλάκων θήρας των Κυνηγετικών Οργανώσεων. (Όπως τα εδ. δ΄- ζ΄ προστέθηκαν στην παρ. 3 του άρθρου 267 με το άρθρο 4 παρ. 13 του ν. 3208/2003.)

4. Οι Κυνηγετικοί Σύλλογοι δύνανται δι' ειδικής εισφοράς των μελών των, κατόπιν εγκρίσεως του Υπουργού Γεωργίας, να προμηθεύωνrαι μεταφορικά μέσα διά την αποτελεσματικήν δίωξιν της λαθροθηρίας, άτινα διατίθενται εις τους φυλακας θήρας της περιφερείας των. Αι δαπάναι κινήσεως και συντηρήσεως τούτων βαρύνουν τους οικείους Κυνηγετικούς Συλλόγους.

Άρθρο 287. - Ποιναί κατά των παραβαινόντων τας διατάξεις περί θήρας.

1. Οι παραβαίνοντες τας διατάξεις των παρ. 3 και 4 του άρθρου 252, τιμωρούνται διά κρατήσεως και διά στερήσεως της αδείας θήρας επί εν έτος. (Όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 12 παρ. 1 του ν.177/1975.)

2. Ο παρά την διάταξιν της παρ. 6 του άρθρου 252 χρησιμοποιών προς θήραν ελαστικήν σφενδόνην, κράχτας, ομοιώματα και μιμητικάς φωνάς των θηραμάτων, τιμωρείται διά κρατήσεως ή προστίμου.

3. Διά κρατήσεως ή προστίμου ή δι' αμφοτέρων των ποινών τούτων τιμωρούνται:

α) (Η περ. α΄ της παρ. 3 που προέβλεπε την κατά παράβαση της παρ. 4 του άρθρου 265 μεταφορά κυνηγετικού κύνα με δημόσιο μεταφορικό μέσο χωρίς φίμωτρο, καταργήθηκε με το άρθρο 15 περ. δ' του ν. 3170/2003.)

β) (Η περ. β΄ της παρ. 3 που αφορούσε οτην παράβαση της παρ. 5 του άρθρου 255, καταργήθηκε με το άρθρο 15 περ. δ΄ του ν. 3170/2003.)

γ) Οι παραβαίνοντες τας διατάξεις των παρ. 3 και 4 του άρθρου 258.

δ) Οι παραβαίνοντες τας διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 259.

ε) Οι παραβαίνοντες τας διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 252. (Όπως η περ. ε΄ προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 177/1975.)

4. Οι παραβαίνοντες τας διατάξεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 259 τιμωρούνται κατά τας διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 268.

5. Οι παραβαίνοντες τας διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 258 τιμωρούνται διά φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών. Η επιβαλλομένη ποινή φυλακίσεως, λόγω παρανόμου θήρας διά μηχανοκινήτων μέσων ή ασκήσεως ταύτης διά προβολέων, ως και η τοιαύτή λόγω της θήρας ελάφου, δορκάδος, αιγάγρου, φασιανού, τετράωνος (αγριοπετεινού), δεν μετατρέπεται εις χρηματικήν.

6. (Η παρ. 6, που προέβλεπε την ποινή για την παράβαση του πρώτου εδαφίου της παρ. 7 του άρθρου 255, καταργήθηκε με το άρθρο 15 περ. δ΄ του ν. 3170/2003.)

7. Οι εκ προθέσεως ή αμελείας παραβαίνοντες τας διατάξεις του άρθρου 256 τιμωρούνται διά φυλακίσεως μέχρις ενός έτους ή διά χρηματικής ποινής.

8. (Η παρ. 8 που είχε αντικατασταθεί από το άρθρο 12 παρ. 3 του ν. 177/1975, καταργήθηκε με το άρθρο 38 nap. 1 περ. β΄ του ν. 2168/1993.)

9. Οι παραβαίνοντες τας διατάξεις των παρ. 2 και 8 του άρθρου 254 τιμωρούνται διά φυλακίσεως μέχρι δύο ετών.

10. Διά φυλακίσεως μέχρι δύο ετών ή διά χρηματικής ποινής ή δι' αμφοτέρων τιμωρούνται:

α) (Η περ. α΄ της παρ. 10 που πρόέβλεπε την περίπτωση της θανάτωσης ή περιαγωγής σε ανικανότητα προς θήρα κυνηγετικού κύνα.χωρίς λύσσα, καταργήθηκε με το άρθρο 15 περ. δ΄ του ν. 3170/2003.)

β) Ο θηρεύων κατά χρόνον μη εμπίπτοντα ενεός.της κυνηγετικής περιόδου.

γ) Ο άνευ αδείας θήρας φονεύων ενδημικόν θήραμα.

11. Διά φυλακίσεως μέχρις ενός έτους ή διά χρηματικής ποινής ή δι' αμφοτέρων τιμωρούνται:

α) Οι εκ προθέσεως ή εξ αμελείας παραβαίναντες τας διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 257.

β) Οι εκ προθέσεως ή εξ αμελείας παραβαίνοντες τας διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 258.

γ) Οι παραβαίνοντες την διάταξιν της παρ. 5 του άρθρου 261.

δ) Οι θηρεύοντες άνευ αδείας θήρας.

ε) Οι αρνούμενοί να υποστούν την κατά την παρ. 2 του άρθρου 289 έρευναν.

12. (Η παρ. 12 που προέβλεπε την ποινή για παράβαση της παρ. 6 του άρθρου 255, καταργήθηκε με το άρθρο 15 περ. δ΄ του ν. 3170/2003.)

13. Ο κατά παράβασιν τών-διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 252 θηρεύων διά πυροβόλου πολεμικού όπλου ή αεροβόλου ή άλλου είδους όπλου, μη συνήθους κυνηγετικού, τιμωρείταί διά φυλακίσεως τουλάχιστον δύο μηνών και μέχρι δύο ετών, ως κάι διά χρηματικής ποινής.

14. Εις τον καταδικαζόμενον διά την θανάτωσιν ή σύλληψιν ελάφου, δορκάδος, αγριόγιδου, παντός είδους αιγάγρου (αγριοκάτσικου), τετράωνος (αγριοπετεινού) και φασιανού, επιβάλλεται διά της καταδικαστικής αποφάσεως και χρηματική αποζήμιωσις υπέρ του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών (Κε(pάλαιον Θήρας), καθοριζομένη ως εξης: Δι' εκάστην έλαφον, ποσόν δραχμών δέκα χιλιάδων (10.000), δι' εκάστην δορκάδα, αγριόγιδον και αίγαγρον Κρήτης, ποσόν πέντε χιλιάδων (5.000) δραχμών. Διά δε τα λοιπά είδη αιγάγρων ποσόν τεσσάρων χιλιάδων (4.000) δραχμών και δι' έκαστον τετράωναν (αγριοπετεινόν), φασιανόν ή αφαίρεσιν των ωών των ποσόν πεντακοσίων (500) δραχμών. Tα ως άνω ποσά δύνανται να αυξάνωνται δι' αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας.

15. Η ιδιότης του καταδικαζομένοιι ως δημοσίου; δημοτικού ή κοινοτικού υπαλλήλου ή ως ανήκοντος εις τας ενόπλους δυνάμεις ή τα σώματα ασφαλείας ή ως μέλους διοικητικού συμβουλίου κυνηγετικής οργανώσεως, αποτελεί ιδιαιτέραν επιβαρυντικήν περίπτωσιν:

16. Η καταδικαστική απόφασις εις πταισματικάς ποινάς είναι εκκλητή. Η ποινή της κρατήσεως δεν δύναται να είναι ελάσσων των δέκα (10) ημερών. Κατά τα λοιπά, ισχύουν αι διατάξεις των άρθρων 55 και 57 του Ποινικού Κώδικος. (Όπως η παρ. 16 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 16 του ν.δ. 996/1971.)

17. Οι παραβάται των διατάξεων της παρ. 5 του άρθρου 252 τιμωρούνται διά φυλακίσεως μέχρι δύο (2) ετών και διά χρηματικής ποινής ή και διά μιας των ποινών τούτων, εις περίπτωσιν αμελείας. (Όπως η παρ. 17 προστέθηκε με το άρθρο 16του ν.δ. 996/1971.)

18. Οι παραβάται των περί θήρας αστυνομικών διατάξεων τιμωρούνται διά κρατήσεως μέχρις εξ (6) μηνών και διά προοτίμου τουλάχιστον χιλίων (1.000) δραχμών, To δε μέσα, δι' ων ενεργείται η παράβασις, κατάοχονται και δημεύονται κατά τας διατcιξεις του άρθρου 288. (Όπως η παρ. 18 προστέθηκε με το άρθρό 16 τόυ ν.δ. 996/1971.)

19. Όσοι δεν σφραγίζσυν τα κυνηγετικά των όπλα συμφώνως προς την εν παρ. 4 του άρθρου 252 απόφασιν του Υπουργού Γεωργίας, αλλά εμπροθέσμως και εντός 15 ημερών από της λήξεως της αναφερομένης εν αυτή προθεσμίας, τιμωρούνται διοικητικώς διά ποινής του προστίμου καθοριζομένης διά της αυτής αποφάσεως, από δραχμών 1.000 κατ' ελάχιστον μέχρι δραχμών 10.000 κατ' ανώτατον όριον υπέρ του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών (Κεφάλαιον Θήρας). To πρόστιμον τούτο καταβάλλεται κατά την έκδοσιν της αδείας. Μετά την πάροδον των ως άνω 15 ημερών οι παραλείψαντες την σφράγισιν ως και οι αποσφραγίζοντες τα κυνηγετικά των όπλα τιμωρούνται διά του ως άνω προστίμου και προσέτι και ποινικώς, στερούνται δε αδείας θήρας δι' εν κυνηγετικόν έτος, ανεξαρτήτως του αποτελέσματος της δίκης. (Όπως η παρ. 19 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 177/1975.)

20. Οι παραβαίνοντες τας διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 80 του ν.δ. 86/1969 τιμωρούνται διά φυλακίσεως μέχρι δύο ετών και διά χρηματικής ποινής ουχί κατωτέρας των δέκα χιλιάδων δραχμών. (Όπως η παρ. 20 προστέθηκε με τo άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 177/1975.)

21. Διά παραβάσεις αίτινες λαμβάνουν χώραν εντός των ελεγχομένων κυνηγετικών περιοχών ισχύουν To κάτωθι:

α) Διά κρατήσεως ή προστίμου ή δι' αμφοτέρων των ποινών τούτων τιμωρούνται:

αα) Η διάβασις παντός, κυνηγού ή μη, δι' όπλου, διά μέσου των κυνηγετικών περιοχών άνευ αδείας της Δασικής Αρχής. Η διάβασις επιτρέπεται μόνον εφ' όσον τα όπλα είναι λελυμένα και εντός θήκης.

ββ) Η κυκλοφορία των οχημάτων διά ταχύτητος μεγαλυτέρας των ενδείξεων των ειδικών πινακίδων, η χρήσις παρά τούτων ηχητικών οργάνων και συσκευών, εκτυφλωτικών φώτων και προβολέων.

γγ) Η κατασκήνωσις παντός ατόμου άνευ αδείας της αρμοδίας Δασικής Αρχής.

δδ) Η εισαγωγή ή διέλευσις ποιμνίων ή ζώων άνευ αδείας των Κτηνιατρικών Αρχών, ως και αι πτηνοτροφικαί εγκαταστάσεις άνευ αδείας των Δασικών Αρχών και άνευ υγειονομικού ελέγχου.

εε) Η ολοκληρωτική δέσμευσις της ροής των υδάτων, κατά την κατασκευήν αρδευτικού δικτύου ή διευθέτησιν χειμάρρων ή ετέρων έργων.

β) Διά φυλακίσεως μέχρι δύο (2) ετών ή διά χρηματικής ποινής ή δι' αμφοτέρων των ποινών τούτων τιμωρούνται:

αα) Διά θήρευσιν εξ αποστάσεως μεγαλυτέρας των τεσσαράκοντα (40) μέτρων, πλην των ευγενών θηραμάτων.

ββ) Διά θήραν μη ανεπτυγμένων θηραμάτων, διά σύλληψιν παντός είδους θηράματος, καταστροφήν ή διατάραξιν φωλεών, συλλογήν ωών, μόλυνσιν ποτιστρών και διατάραξιν της πανίδος εν γένει.

γγ) Διά παράβασιν της παρ. 16 του άρθρου 254.

γ) Τυχόν έτεραι παραβάσεις εντός των ελεγχομένων κυνηγετικών περιοχών τιμωρούνται κατά τας γενικά διατάξεις του παρόντος. ('Οπως η παρ. 21 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του ν.177/1975.)

22. Όποιος κατέχει, εισάγει, διακινεί, διαθέτει καθ' οιονδήποτε τρόπο είδη του άρθρου 258 παρ. 6 περ. β΄ χωρίς άδεια ή με άδεια πλαστή ή που φέρει αλλοιώσεις τιμωρείται με φυλάκιση από δύο (2) μήνες έως ένα (1) έτος και σε περίπτωση υποτροπής με φυλάκιση δύο (2) ετών. (Όπως η παρ. 22 προστέθηκε με το άρθρο 57 παρ. 7 του ν. 2637/1998.)

23. Όποιος αρνείται ή παρακωλύει ή κωλυσιεργεί τη διενέργεια των ελέγχων από τα ελεγκτικά όργανα στα είδη του άρθρου 258 παρ. 6 περ. β΄ ή αρνείται την παροχή πληροφοριών ή παρέχει ψευδείς πληροφορίες τιμωρείται με φυλάκιση από έναν (1) έως έξι (6) μήνες. ('Οπως η παρ. 23 προστέθηκε με το άρθρο 57 παρ. 7 του ν. 2637/1998.)

24. Υπεύθυνοι κατά των οποίων ασκείται ποινική δίωξη και επιβάλλονται οι ποινές των παρ. 22 και 23 είναι στις προσωπικές επιχειρήσεις οι επιχειρηματίες, στις ομόρρυθμες εταιρίες οι ομόρρυθμοι εταίροι, στις εταιρίες περιορισμένης ευθύνης οι διαχειριστές και στους συνεταιρισμούς και τις ανώνυμες εταιρίες ο ορισθείς υπεύθυνος ή, σε περίπτωση που δεν έχει ορισθεί υπεύθυνος, τα μέλη του οργάνου διοίκησης. ('Οπως η παρ. 24 προστέθηκε με το άρθρο 57 παρ. 7 του ν. 2637/1998.)

Άρθρο 288. - Κατάσχεσις και δήμευσις μέσων παρανόμου θήρας.

1. To κατά παράβασιν των διατάξεων του παρόντος Κώδικος κατεχόμενα, κατασκευαζόμενα, πωλούμενα ή χρησιμοποιούμενα παντός είδους όργανα κ.λπ. μέσα, σκοπόν έχοντα την θήραν, σύλληψιν ή θανάτωσιν εν γένει αγρίων ζώων (θηλαστικών και πτερωτών), ασχέτως εποχής, κατάσχονται. To αρμόδιον ποινικόν δικαστήριον διατάσσει την δήμευσιν των κατασχεθέντων και τα μεν απηγορευμένα μέσα καταστρέφονται, τα δε άλλα εκποιούνται παρ' Επιτροπής, οριζομένης παρά του Εισαγγελέως και αποτελουμένης εκ του προϊσταμένου της δασικής αρχής, ενός δημοσίου υπαλλήλου και ενός αντιπροσώπου του κυνηγετικού συλλόγου, διά δημοπρασίας, του εκπλειστηριάσματος κατατιθεμένου υπέρ του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών (Κεφάλαιον Θήρας). Αι ανωτέρω διατάξεις της παρούσης παραγράφου έχουν εφαρμογήν και επί καταδίκης διά παράβασιν της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 252.

2. To εκ παρανόμου θήρας προερχόμενα θηράματα κατάσχονται και εκποιούνται αμέσως υπό του κατάσχοντος ταύτα υπαλλήλου επί παρουσία ετέρου δημοσίου, δημοτικού ή κοινοτικού υπαλλήλου και εν απουσία τούτων επί παρουσία δύο μαρτύρων, του πρακτικού εκποιήσεως μη υποκειμένου εις έγκρισιν ετέρας ανωτέρας αρχής. To εκπλειστηρίασμα, εάν η απόφασις του δικαστηρίου είναι αθωωτική, αποδίδεται εις τον αθωωθέντα, άλλως κατατίθεται υπέρ του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών (Κεφάλαιον Θήρας).

3. Εάν δι' οιονδήποτε λόγον τα όπλα, δίκτυα, παγίδες και λοιπά μέσα παρανόμου θήρας δεν έχουν κατασχεθή και ο κάτοχος τούτων καταδικάζεται, διατάσσεται υποχρεωτικώς διά της καταδικαστικής αποφάσεως και η δήμευσις τούτων, η περαιτέρω δε τύχη των διέπεται κατά τα εν τη παρ. 2 οριζόμενα. Εις περίπτωσιν μη παραδόσεως των πειστηρίων αδικαιολογήτως, ο καταδικασθείς υποχρεούται διά της καταδικαστικής αποφάσεως εις την πληρωμήν της αξίας τούτων, καθοριζομένης υπό του δικαστηρίου υπέρ του Κεντρικού Ταμείου Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών (Κεφάλαιον Θήρας), η οποία όμως δεν πρέπει να είναι κατωτέρα των διακοσίων (200) δραχμών, προκειμένου δε περί όπλων κατωτέρα των δύο χιλιάδων (2.000) δραχμών και προκειμένου περί μέσων μεταφοράς κατωτέρα των δύο χιλιάδων (2.000) δραχμών διά τα δίκυκλα και τρίκυκλα και των είκοσι χιλιάδων (20.000) δραχμών διά τα λοιπά μηχανοκίνητα μέσα.

4. Εάν ο ένοχος της παρανόμου θήρας έλαβεν εις την κατοχήν του τα εις δήμευσιν κατά το παρόν άρθρον υποκείμενα δι' αδικήματος, τότε αποδίδονται μεν ταύτα τω δικαιούχω, αντί δε της δημεύσεως επιβάλλεται τω ενόχω χρηματική ποινή ίση προς την αξίαν των αποδιδομένων τω δικαιούχω πλέον πάσης άλλης επιβαλλομένης κατά τον παρόντα.

 

Άρθρο 288α. - Διοικητικές κυρώσεις.

Δασικός Κώδικας

1. Οι παραβάτες των διατάξεων του άρθρου 258 παρ. 6 περ. α΄, β΄, γ΄, δ΄ και στ΄ τιμωρούνται με πρόστιμο από διακόσιες χιλιάδες (200.000) έως πέντε εκατομμύρια (5.000.000) δραχμές, τα δε είδη της αυτοφυούς χλωρίδας και άγριας πανίδας και των δειγμάτων αυτών των ζώντων ή νεκρών, επεξεργασμένων ή μη, κατάσχονται από την αρμόδια Δασική ή Τελωνειακή Αρχή και παραδίδονται στην πλησιέστερη Δασική Αρχή και παραδίδονται στην πλησιέστερη Δασική Αρχή με μέριμνα της οποίας ή:

α) επαναποστέλλονται ή επανεξάγονται στη Χώρα καταγωγής ή

β) εκποιούνται ή

γ) διατίθενται προς φύλαξη και περίθαλψη. Όταν η κατάσχεση διενεργείται από τη Δασική Αρχή εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 288 του ν.δ. 86/1969.

2. Αν διαπισrωθεί ότι η συνοδεύουσα το είδος άδεια είναι πλαστή ή φέρει αλλοιώσεις επιβάλλονται επιπλέον και οι κυρώσεις της προηγούμενης παραγράφου.

3. Σε περίπτωση υποτροπής τα όρια του προστίμου διπλασιάζονται.

4. Για την επιμέτρηση των διοικητικών κυρώσεων του άρθρου αυτού λαμβάνεται υπόψη η σοβαρότητα της παράβασης και η περίπτωση υποτροπής.

5. To πρόστιμο του άρθρου αυτού επιβάλλεται με απόφαοη του αρμόδιου Γενικού Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας, σύμφωνα με τα υποβληθέντα στοιχεία ελέγχου. Για την επίδοση της απόφασης εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τις επιδόσεις των άρθρων 56 έως 57 του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας.

6. Κατά της απόφασης επιβολής προστίμου ο βαρυνόμενος από αυτήν έχει δικαίωμα άσκησης προσφυγής ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών, η οποία αρχίζει από την επόμενη ημέρα που του επιδόθηκε η απόφαση. Η άσκηση της προσφυγής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, μπορεί όμως με απόφαση του Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου, στο οποίο εκκρεμεί η προσφυγή, να ανασταλεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 820/1978 (ΦΕΚ Α΄ 174), όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 27 του ν. 1406/1983 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 182), εν μέρει ή στο σύνολο, η εκτέλεση της εν λόγω απόφασης, εάν εξαιτίας σφαλμάτων αυτής πιθανολογείται μερική ή ολική ευδοκίμηση της προσφυγής ή διαπιστώνεται, από συγκεκριμένα στοιχεία, αδυναμία καταβολής από τον αιτούντα. Κατά των αποφάσεων των Διοικητικών Πρωτοδικείων επιτρέπεται η άσκηση των ένδικων μέσων που προβλέπονται από τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας, για τηνεκδίκαση των οποίων, καθώς και των προσφυγών του προηγούμενου εδαφίου, εφαρμόζονται οι διατάξεις του ίδιου Κώδικα.

7. To χρηματικό ύψος του προστίμου του άρθρου αυτού μπορεί να αναπροσαρμόζεται με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

8. Τα πρόστιμα που επιβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου βεβαιώνονται ως δημόσια έσοδα και εισπράπονται κατά τον Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ) και αποτελούν έσοδο του Κρατικού Προϋπολογισμού. Για την κίνηση της διαδικασίας βεβαίωσης μεριμνά η αρμόδια Διεύθυνση Δασών του οικείου νομού. (Όπως το άρθρο 288α προστέθηκε με το άρθρο 57 παρ. 8 του ν. 2637/1998.)

Άρθρο 289. - Καθήκοντα ανακριτικών υπαλλήλων επί παρανόμου θήρας.

1. Οι δασικοί, δημοτικοί και κοινοτικοί υπάλληλοι, ως και τα όργανα της Αστυνομίας Πόλεων, Χωροφυλακής και Αγροφυλακής υποχρεούνται να καταγγέλλουν πάντα παραβάτην των περί θήρας διατάξεων.

2. Οι υπάλληλοι και τα όργανα της παρ. 1, ως και οι φύλακες θήρας, δικαιούνται να ερευνούν πάντα κυνηγετικόν σάκκον ως και τα μηχανοκίνητα μέσα, έχοντες δικαιώματα και καθήκοντα ανακριτικών υπαλλήλων, έτι δε και να προβαίνουν εις σωματικήν έρευναν κατά τα εν άρθρω 257 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας οριζόμενα. Οι ανωτέρω υποχρεούνται όπως, επί πάσης παραβάσεως των διατάξεων του παρόντος καθ' οιανδήποτε περίοδον, κατάσχουν την άδειαν θήρας, τα όπλα ως και πάντα τα χρησιμοποιηθέντα μέσα διά την ενέργειαν παρανόμου θήρας, έτι δε και τα θηράματα εις οιανδήποτε κατάστασιν και αν ευρίσκωνται ταύτα, εφαρμοζομένων περαιτέρω των διατάξεων του άρθρου 288.

Άρθρο 308. - Οπλισμός δασικών υπαλλήλων και οργάνων.

1. Οι δημόσιοι δασικοί υπάλληλοι και τα όργανα της δασικής υπηρεσίας δικαιούνται να φέρουν κυνηγετικόν όπλον ή πιστόλιον ή και αμφότερα.

2. Οι υπάλληλοι και τα όργανα της δασικής υπηρεσίας δύνανται εις τας ακολούθους μόνον περιπτώσεις να κάμουν χρήσιν των όπλων άνευ ουδεμιάς ευθύνης διά τας συνεπείας:

α) Όταν κατά την εκτέλεσιν των καθηκόντων των ή εξ αφορμής της υπηρεσίας των ενεργήται κατ' αυτών επίθεσις δι' όπλων ή αντικειμένων δυναμένων να επιφέρουν σωματικήν βλάβην.

β) Όταν τις καταληφθή ενεργών παράνομον υλοτομίαν ή μεταφοράν δασικών προϊόντων και παρά την προσταγήν του υπαλλήλου ή οργάνου όπως παύση ταύτην και προσέλθη ενώπιόν του, κινηθή κατ' αυτών.

Δασικός Κώδικας

γ) Όταν εντός δάσους ή δασικής περιοχής ευρεθούν προ ενόπλων, οι οποίοι, παρά την προσταγήν αυτών όπως παραδώσουν ή απορρίψουν τα όπλα των και προσέλθουν ενώπιόν των, κινηθούν κατ' αυτών.

δ) Όταν ευρεθούν προ ομαδικών συγκεντρώσεων λαθροϋλοτόμων δασικών προϊόντων και εχόντων απειλητικάς διαθέσεις κατά των υπαλλήλων και οργάνων τούτων. Εν τη περιπτώσει ταύτη προηγείται τριπλή πρόσκλησις εν ονόματι του νόμου προς διάλυσιν και αποχώρησιν και χρήσις εκφοβιστικής βολής.

ε) Όταν ενεργήται παράνομος βοσκή εντός απηγορευμένων εκτάσεων και εγκαταλείπεται το ποίμνιον υπό του ποιμένος. Εις την περίπτωσιν ταύτην η χρήσις των όπλων γίνεται εναντίον του ποιμνίου.

στ) Όταν τις καταληφθή παρανόμως θηρεύων ή μεταβαίνων προς θήραν ή επιστρέφων εξ αυτής και παρά την προσταγήν του υπαλλήλου ή οργάνου αρνηθή όπως προσέλθη και παραδώση το όπλον του.

ζ) Εις ας περιπτώσεις και οι στρατιωτικοί και οι άνδρες της χωροφυλακής ενεργούν μετ' αυτών από κοινού.__